«Έχε το νου σου στο παιδί…»

Συνάντησα πριν από λίγες μέρες μια παλιά γνωστή. Είχα να την δω τέσσερα πέντε χρόνια. Στεκόμασταν στην σειρά έξω από μια τράπεζα. Εκείνη για να δει αν είχε μπει το επίδομα των παιδιών, εγώ για να δω αν είχαν μπει κάποια χρήματα που περίμενα από καιρό. Από τα δυο μηχανήματα το ένα ήταν εκτός λειτουργίας. Πάνω από δέκα άνθρωποι περίμεναν, οι περισσότεροι με μάσκες. Βλέμματα βλοσυρά που γίνονταν ακόμα πιο βλοσυρά ή αποκτούσαν κάποια λάμψη ανάλογα με αυτό που έβλεπαν στην οθόνη του τραπεζικού μηχανήματος.

Σε μικρή απόσταση από το μηχάνημα, καθισμένος σ’ ένα χαμηλό τοιχάκι, ένας νεαρός πήγαινε μπρος πίσω σαν εκκρεμές. Φορούσε σαγιονάρες και βερμούδα και στα γυμνά του πόδια ήταν φανερά τα σημάδια από τρυπήματα και σύριγγες. Χωρίς να το θέλω το βλέμμα μου έψαχνε κάθε τόσο εκείνα τα ρημαγμένα πόδια και η φαντασία μου έστηνε σενάρια για την πορεία της ζωής του προς την μοναξιά και την εγκατάλειψη.

Ήταν σούρουπο, είχε λίγη ψύχρα. Η γνωστή μουείχε μαζί της ένα από τα τρία παιδιά της.Την ρώτησα πόσο ήταν. «Τον άλλο μήνα θα κλείσει τα δυο»απάντησε την στιγμή που έσκυψε πάνωαπ’ το καρότσι για να κοιτάξει το μωρό της και να το σκεπάσει.Κρυφές αγωνίες και ανομολόγητα συναισθήματα την έκαναν να αρχίσει την εξομολόγησή της.Κάτι είχε σπάσει μέσα της, κάτι που το ένοιωθα στη σπασμένη φωνή της.

Ο γάμος της ήταν στα πρόθυρα διάλυσης. Τον τελευταίο χρόνο όλα πήγαιναν απ’ το κακό στο χειρότερο. Μια σοβαρή ασθένεια του άντρα της ήταν αρκετή για να προκαλέσει ανεπανόρθωτα οικονομικά προβλήματα. Και, κατά κανόνα, όπου υπάρχει φτώχεια ακολουθεί γκρίνια και διχόνοια. Ταυτόχρονα βγήκαν στην επιφάνεια και άλλες προβληματικές σχέσεις – ξεχασμένες παρεξηγήσεις και παλιές πληγές που έκαναν τους δικούς της να κόψουν και την μικρή βοήθεια που της έδιναν. Από τα λεγόμενά της έμεινα με την εντύπωση ότι η μοναδική πηγή εισοδήματος αυτή την εποχή ήταν το επίδομα των παιδιών.

Αλλά, παρά τα βάσανά της, ο τρόπος που μιλούσε για τα παιδιά της φώτιζε το ισχνό πρόσωπό της και την έκανε να ακτινοβολεί δύναμη και αξιοπρέπεια. Για όλα όσα γίνονταν με την «πανδημία» και τα εμβόλια ήταν απόλυτα ξεκάθαρη και αποφασισμένη.Τα δυο μεγαλύτερα παιδιά της ήταν στο δημοτικό. Ήδη οι μάσκες τα είχαν σακατέψει – ο μικρός της επέστρεφε κάθε μέρα με πονοκέφαλο και ο μεγαλύτερος είχε χάσει την ζωτικότητα του. Ακούγονταν πολλά για τα εμβόλια – σενάρια και φήμες που άκουγε σε κουβέντες που έκανε με άλλους γονείς έξω απ’ το σχολείο. «Όποιος τολμήσει να απλώσει χέρι στα παιδιά μου θα τον τελειώσω εγώ με τα δικά μου χέρια» είπε χαμηλόφωνα την στιγμή που έσκυψε για μια ακόμα φορά να τακτοποιήσει το σεντονάκι που σκέπαζε το μωρό στο καρότσι.

Λίγο αργότερα άφησα πίσω μου την τράπεζα και την γραμμή των ανθρώπων που περίμεναν την σειρά τους. Έριξα μια τελευταία ματιά στην παλιά μου γνωστή. Με το ίδιο βλέμμα είδα πίσω της το νεαρό που τραμπαλιζόταν μεταξύ ζωής και θανάτου. Έκανα μια ευχή μέσα μου – μια ευχή που δεν ήξερα αν μπορούσε να του φανεί χρήσιμη στο μικρό άγνωστο δράμα του.

Όλο το βράδυ η εικόνα του νεαρού μπλεκόταν με την εικόνα της παλιάς γνωστής μου. Στο τέλος κυριάρχησετο δικό της πρόσωπό, το φλογισμένο βλέμμα της αλλά κυρίως τα χέρια της – χέρια αδύνατα αλλά μυώδη, σμιλεμένα με φλέβες που τους έδιναν μια όψη ρωμαλέα, δυναμική, αντρίκια.

Αδυνατώ να θυμηθώ την σειρά των σκέψεων και των συναισθημάτων μου εκείνο το βράδυ αλλά η φράση της «όποιος τολμήσει να απλώσει χέρι στα παιδιά μου…» ξύπνησε μέσα μου τη νοσταλγία για ένα παλιό αγαπημένο τραγούδι του Σιδηρόπουλου σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Έμεινα ξύπνιος μέχρι αργά όπως κάθε νύχτα, ακούγοντας το τραγούδι ξανά και ξανά, παρέα με ένα φλιτζάνι καφέ και με τις αγωνίες μου για το δικό μου παιδί και γι’ αυτούς που αγαπούσα.(Τα ρημαγμένα πόδια εκείνου του νεαρού έπαιρναν στη φαντασία μου τη μορφή ενός κόσμου που καλπάζει προς τον χαμό του και έδιναν στο τραγούδι το πιο βαθύ και συντριπτικό του νόημα).

«Κάποτε θα ‘ρθουν να σου πουν
πως σε πιστεύουν, σ’ αγαπούν
και πως σε θένε.
Έχε το νου σου στο παιδί,
κλείσε την πόρτα με κλειδί
ψέματα λένε.
Κάποτε θα ‘ρθουν γνωστικοί,
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν.
Έχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί,
θα σε πουλήσουν.
Και όταν θα ‘ρθουν οι καιροί
που θα ‘χει σβήσει το κερί στην καταιγίδα
Υπερασπίσου το παιδί
γιατί αν γλιτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα».

Διαβάστε επίσης:

Επικαιρότητα

Ελεύθερη Πένα

Αθλητικά Νέα

Αφήστε το σχόλιο σας

σχόλιο

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments