Νέα έγγραφα που δημοσίευσε ο Αμερικανός γερουσιαστής Ραντ Πολ φέρνουν ξανά στο προσκήνιο μια πτυχή της αμερικανικής βιοάμυνας, η οποία έως σήμερα ήταν ελάχιστα γνωστή στο ευρύ κοινό: τη θεσμική συνεργασία της CIA με το Εθνικό Ινστιτούτο Αλλεργιών και Λοιμωδών Νοσημάτων, το NIAID, που επί δεκαετίες διηύθυνε ο Άντονι Φάουτσι.
Σύμφωνα με το υλικό που κατατέθηκε στο επίσημο αρχείο της Γερουσίας, υπήρχε διαϋπηρεσιακή συμφωνία μεταξύ της CIA και του NIAID για έρευνα «δικαστικής μικροβιολογίας», δηλαδή για την ανάλυση, την ταυτοποίηση και τη διερεύνηση βιολογικών απειλών. Η συμφωνία προέβλεπε μεταφορά κονδυλίων και συμβατική σχέση ανάμεσα στις δύο υπηρεσίες. Παράλληλα, τα δεδομένα που θα προέκυπταν χαρακτηρίζονταν ευαίσθητα και δεν θα μπορούσαν να κοινοποιηθούν χωρίς άδεια της CIA.
Αυτό είναι κάτι που αποτελεί σαφή τεκμηρίωση ότι ένας δημόσιος υγειονομικός οργανισμός συνεργαζόταν θεσμικά με την αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών σε πεδίο βιοάμυνας. Και αυτό εύλογα γεννά ερωτήματα για τη διαφάνεια, τα όρια αυτής της συνεργασίας και τον δημοκρατικό έλεγχο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και emails του Φάουτσι, στα οποία εμφανίζονται επανειλημμένα οδηγίες του τύπου «διαγράψτε αυτό το email». Τα μηνύματα δεν αποδεικνύουν αυτομάτως ότι στοιχεία εξαφανίστηκαν οριστικά, αλλά αναζωπυρώνουν τη συζήτηση για την τήρηση των επίσημων αρχείων.
Παράλληλα, έγγραφο της CIA καταγράφει ενημέρωση από τον Scott Gottlieb, πρώην επικεφαλής της FDA και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Pfizer, μέσα στην περίοδο της πανδημίας. Προκύπτει μια σύμπτωση ρόλων που απαιτεί καθαρές απαντήσεις και πλήρη λογοδοσία.

















