Την αποχώρηση του από το κίνημα της Μαρίας Καρυστιανού γνωστοποίησε μέσω ανοιχτής ανακοίνωσης του ο πραγματογνώμονας της υπόθεσης των Τεμπών Βασίλης Κοκοτσάκης. Ο ίδιος σε μακροσκελή τοποθέτηση του αναφέρει τα ακόλουθα:
Στις 21 Μαΐου 2026, κατά την παρουσίαση της Ιδρυτικής Διακήρυξης του υπό ίδρυση τότε Κινήματος, δήλωσα δημόσια:
«Εύχομαι αυτή η νέα αρχή να μείνει πάντα πιστή σε αυτό που τη γέννησε: την απαίτηση των πολιτών για Αλήθεια, Δικαιοσύνη και Ευθύνη».
Σήμερα αισθάνομαι την ανάγκη να επιστρέψω σε εκείνα τα λόγια, όχι για να τα αναθεωρήσω, αλλά γιατί δυστυχώς θεωρώ ότι επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι που έκρυβαν μέσα τους.
Στην υπόθεση των Τεμπών στήριξα, μεταξύ άλλων, ως τεχνικός σύμβουλος και την τότε πρόεδρο του Συλλόγου Θυμάτων, στον αγώνα όλων των συγγενών για την αλήθεια στην υπόθεση αυτή. Τη στηρίξαμε ως τεχνική ομάδα, επιστημονικά και ηθικά, όχι γιατί αναζητούσαμε ρόλο, θέση ή επιρροή, αλλά γιατί πιστεύαμε ότι εκφράζει ένα αυθεντικό κοινωνικό αίτημα για Δικαιοσύνη και Αλήθεια, όπως αυτό εκφράστηκε από τα εκατομμύρια των πολιτών που διαδήλωναν στους δρόμους.
Και όταν ανακοινώθηκε η δημιουργία πολιτικού φορέα, πιστεύοντας και εγώ ότι επιχειρούσαμε να μεταφέρουμε στη δημόσια ζωή το μήνυμα που έστειλαν εκατομμύρια πολίτες στους δρόμους της Ελλάδας, δήλωσα παρών χωρίς καμία φιλοδοξία ή προσωπική επιδίωξη.
Όχι για να δημιουργηθεί άλλο ένα ακόμη κόμμα, αλλά για να δημιουργηθεί ένα αυθεντικό, πραγματικό Κίνημα Πολιτών, όπως ήταν η απαίτηση του κόσμου, ενάντια στη σήψη και τη διαφθορά του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος. Ένα κίνημα που θα αποτελούσε συνέχεια εκείνου του μεγάλου λαϊκού ξεσηκωμού που γεννήθηκε μέσα από την τραγωδία των Τεμπών και κορυφώθηκε τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2025.
Ένα κίνημα όμως που δεν θα ανήκε σε πρόσωπα, δεν θα διοικούνταν από αυλές και αυλικούς, δεν θα λειτουργούσε με όρους μηχανισμών, αποκλείοντας φράξιες και κολλητούς. Δεν θα αναπαρήγαγε τις παθογένειες που για δεκαετίες οδήγησαν τους πολίτες στην αποστροφή απέναντι στην πολιτική.
Δυστυχώς, όσο περνούσε ο χρόνος, διαπίστωνα ολοένα και περισσότερο ότι η πορεία που ακολουθείται απέχει ουσιωδώς από εκείνη που εξαγγέλθηκε.
Από την πρώτη στιγμή επισημάνθηκαν σοβαρές οργανωτικές ελλείψεις. Υποβλήθηκαν προτάσεις, κατατέθηκαν σχέδια, διατυπώθηκαν προβληματισμοί. Ζητήθηκαν συναντήσεις και διευκρινίσεις. Όχι από διάθεση αντιπαράθεσης, αλλά από αίσθημα ευθύνης. Γιατί κανένα Κίνημα Πολιτών δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κανόνες, χωρίς θεσμούς, χωρίς διαφάνεια, χωρίς λογοδοσία και χωρίς σαφές οργανωτικό πλαίσιο.
Και όμως, παρά τις επανειλημμένες παρεμβάσεις, δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση. Δεν υπήρξε ποτέ ουσιαστική συζήτηση για κανένα οργανωτικό, θεσμικό ή πολιτικό θέμα. Ποτέ δεν έγινε προσπάθεια να αφουγκραστεί η ιδιότυπη ηγεσία τις επιθυμίες του κινήματος των πολιτών. Αντίθετα, εμφανίζονταν θέσεις και απόψεις που εξέφραζαν μόνο τους ομιλούντες και ουδέποτε τη λαϊκή βάση ή κάποιο συλλογικό όργανο.
Δεν υπήρξε συλλογική επεξεργασία για κανένα θέμα, όπως δεν υπήρξε και καμία διάθεση θεσμικής συγκρότησης. Αντίθετα, διαμορφώθηκε σταδιακά ένα μοντέλο συγκέντρωσης αποφάσεων σε ελάχιστα πρόσωπα, έξω από κάθε έννοια συλλογικής λειτουργίας.
Η Μαρία Καρυστιανού, ως επικεφαλής του εγχειρήματος, φέρει την κύρια πολιτική ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο αυτό οργανώθηκε και λειτούργησε. Δεν αποδίδω τις παραπάνω διαπιστώσεις σε συνεργάτες, συμβούλους ή πρόσωπα του περιβάλλοντός της. Οι κρίσιμες επιλογές που καθόρισαν τη φυσιογνωμία, τη δομή και τη λειτουργία του φορέα έγιναν με τη γνώση, την ανοχή ή την αποδοχή της. Για τον λόγο αυτό, η κριτική μου αφορά πρωτίστως την πολιτική κατεύθυνση που επιλέχθηκε και την ευθύνη της ηγεσίας γι’ αυτήν.
Η Ιδρυτική Διακήρυξη συντάχθηκε χωρίς συλλογικές διαδικασίες. Το Καταστατικό προαναγγέλλεται ότι θα συνταχθεί με τον ίδιο τρόπο. Το ολοκληρωμένο εθνικό οργανωτικό σχέδιο που κατατέθηκε από το αρμόδιο οργανωτικό τμήμα αγνοήθηκε, προς χάριν ενός συγκεντρωτικού μοντέλου αποφάσεων από ελάχιστα πρόσωπα.
Δεν μπορείς να ευαγγελίζεσαι τη διαφάνεια όταν λειτουργείς με «αυλές».
Οι οργανώσεις πολιτών που αυτοβούλως συγκροτήθηκαν ανά τη χώρα αφέθηκαν να λειτουργούν χωρίς σαφείς κανόνες, χωρίς δικαιώματα, χωρίς αρμοδιότητες και χωρίς θεσμικές εγγυήσεις συμμετοχής. Χωρίς ποτέ να ζητηθεί η γνώμη τους για οποιοδήποτε θέμα.
Και το χειρότερο: αντί να συζητούμε για θεσμούς, διαδικασίες και συμμετοχή, άρχισαν να εμφανίζονται λογικές μηχανισμών, εσωτερικών ισορροπιών, προσωπικών επιρροών και παρασκηνιακών ανταγωνισμών.
Μια κατάσταση που όχι μόνο δεν θυμίζει Κίνημα Πολιτών, αλλά θυμίζει ακριβώς εκείνο το πολιτικό μοντέλο που υποτίθεται ότι επιχειρούσαμε να υπερβούμε.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη διάσταση που δεν μπορώ να αγνοήσω.
Από την πρώτη στιγμή της συγκρότησης του εγχειρήματος, δεκάδες άνθρωποι και στη συνέχεια εκατοντάδες πολίτες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας, όπως έγινε υποδειγματικά στην Κρήτη. Δημιουργήθηκαν Ομάδες Πολιτών σε πολλά μέρη της Ελλάδας, αποτελούμενες από ανθρώπους που δεν ζητούσαν ανταλλάγματα, αξιώματα ή πολιτική σταδιοδρομία.
Άνθρωποι της εργασίας, της καθημερινότητας και της προσφοράς. Άνθρωποι που πίστεψαν ότι οικοδομούμε κάτι διαφορετικό. Ότι επιχειρούμε να δημιουργήσουμε ένα αληθινό Κίνημα Πολιτών, βασισμένο στη συμμετοχή, στη συλλογικότητα, στη διαφάνεια και στον σεβασμό της δημοκρατικής λειτουργίας.
Οι άνθρωποι αυτοί μας εμπιστεύθηκαν και μας ακολούθησαν. Επένδυσαν χρόνο, κόπο, αξιοπρέπεια και ελπίδα. Και ακριβώς γι’ αυτό αισθάνομαι ότι έχω απέναντί τους μια ιδιαίτερη ηθική υποχρέωση.
Δεν μπορώ να τους ζητήσω να συνεχίσουν να πιστεύουν σε κάτι διαφορετικό από αυτό που βλέπουν να διαμορφώνεται. Δεν μπορώ να τους ζητήσω να αποδεχθούν ως Κίνημα Πολιτών μια δομή που αρνείται στην πράξη τις βασικές αρχές της συμμετοχικότητας και της συλλογικής λειτουργίας, που δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες του κόσμου που το διεκδίκησε.
Και κυρίως δεν μπορώ να σιωπήσω όταν βλέπω ανθρώπους που εργάστηκαν ανιδιοτελώς να αισθάνονται σήμερα απογοήτευση και πικρία απέναντι στις προσδοκίες που οι ίδιοι επένδυσαν.
Τους οφείλω την αλήθεια, όπως τους όφειλα την αλήθεια από την πρώτη ημέρα.
Με τα παραπάνω δεν καταγράφω προσωπική πικρία. Τα καταγράφω με θλίψη. Γιατί όσοι προερχόμαστε από τον αγώνα των Τεμπών δεν μάθαμε να λειτουργούμε με όρους αυλής.
Μάθαμε να λειτουργούμε με όρους ευθύνης, γιατί δεν μας κινητοποίησε η εξουσία, αλλά η ανάγκη για αλήθεια. Δεν μας ένωσε η φιλοδοξία, αλλά η απαίτηση για Δικαιοσύνη.
Και γι’ αυτό δεν μπορώ να αποδεχθώ και να ανεχθώ ότι ένα Κίνημα που γεννήθηκε από την απαίτηση των πολιτών για Δημοκρατία αρνείται να εφαρμόσει τη Δημοκρατία στο εσωτερικό του.
Δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι ένα Κίνημα που επικαλείται τη Διαφάνεια θα λειτουργεί χωρίς θεσμικές διαδικασίες. Δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι ένα Κίνημα που γεννήθηκε ως έκφραση της κοινωνίας θα μετατρέπεται σταδιακά σε προσωπικό πολιτικό εγχείρημα.
Προσωπικά αισθάνομαι ότι σε αυτή την προσπάθεια δεν μπορώ να συμπράξω. Μίλησα όταν έπρεπε να μιλήσω και πρότεινα όταν έπρεπε να προτείνω. Προειδοποίησα όταν έπρεπε να προειδοποιήσω και παρέμεινα παρών όσο υπήρχε η ελπίδα ότι η πορεία μπορούσε να διορθωθεί, αλλά μάταια.
Για να μπορώ αύριο να κοιτάζω στα μάτια τους ανθρώπους που με εμπιστεύθηκαν και πορευτήκαμε για λίγο μαζί, δηλώνω ότι αποσύρω την όποια στήριξή μου από τον συγκεκριμένο πολιτικό φορέα.
Δεν αναγνωρίζω σε αυτόν τον φορέα τα χαρακτηριστικά ενός Κινήματος Πολιτών όπως εκείνου που οραματιστήκαμε και παρουσιάσαμε στους πολίτες.
Η απόφασή μου αυτή δεν στρέφεται εναντίον κανενός προσώπου, αλλά αφορά αποκλειστικά τη διαπίστωσή μου για τον τρόπο συγκρότησης, λειτουργίας και πολιτικής εξέλιξης του εγχειρήματος.
Ταυτόχρονα, δηλώνω ξεκάθαρα ότι παραμένω δίπλα στους ανθρώπους που πορεύτηκαν μαζί μας όλο αυτό το διάστημα και που τίμησαν με την παρουσία, τη δουλειά, το ήθος και την ανιδιοτέλειά τους αυτή την προσπάθεια.
Πάνω απ’ όλα όμως, παραμένω ανυποχώρητα εκεί όπου βρισκόμουν από την πρώτη ημέρα: στον καθαρό αγώνα για την αλήθεια στην υπόθεση των Τεμπών, μαζί με την τεχνική μας ομάδα.
Συνεχίζουμε απρόσκοπτα το επιστημονικό μας έργο για τη μνήμη των θυμάτων και την αξιοπρέπεια των οικογενειών τους.
Οι αρχές που μας έφεραν εδώ εξακολουθούν να είναι ζωντανές και όσο παραμένουν ζωντανές, ο δικός μας δρόμος θα παραμένει ανοιχτός.
Αποχωρώ μόνο από μια πολιτική κίνηση που δεν με εκφράζει, όπως πλέον δεν εκφράζει την πλειοψηφία όσων πιστέψαμε σε αυτήν.














