H ποδοσφαιρική ιστορία του Απόστολου Ματσάγκου

0

Γράφει ο Δημήτρης Δραγάτης

Απόστολος Ματσάγκος. Πολλοί έχουν πει ότι είναι ο καλύτερος τερματοφύλακας που έχει αναδείξει το Δωδεκανησιακό ποδόσφαιρο και σύμφωνα με αυτά που λένε οι παλιοί, ίσως να μην έχουν άδικο. Τερματοφύλακας με εντυπωσιακά ρεφλέξ, με φοβερή αντίληψη και αλτικότητα και με καταπληκτικές αποκρούσεις στα χτυπήματα πέναλτι. Ατρόμητος στις εξόδους, άφοβος και στην κυριολεξία ανίκητος στο ψηλό παιχνίδι. Με …σιδερένια καρδιά αλλά και πολύ τσαγανό στο παιχνίδι του, το οποίο το ζούσε μέχρι και το τελευταίο λεπτό. Ο Αποστόλης Ματσάγκος είχε γεννηθεί στη Ρόδο το 1931 και από πολύ μικρός έδειχνε ότι είχε κλίση στη θέση του τερματοφύλακα. Πριν ακόμα κάνει δελτίο σε ομάδα, συνήθιζε να πηγαίνει στο Εθνικό Στάδιο για να παρακολουθεί αγώνες των Ιταλικών ομάδων, καθώς ως γνωστών η Ρόδος τα χρόνια εκείνα ήταν υπόδουλη στους Ιταλούς. Καθόταν πίσω από μια εστία και όταν η μπάλα έφευγε από τον τερματοφύλακα και πήγαινε άουτ, αυτός έκανε στην κυριολεξία μια βουτιά για να την πιάσει. Μια, δυο, τρεις … Ο Ιταλός τερματοφύλακας κατάλαβε ότι έκανε γι’ αυτή τη θέση και το διαβίβασε στον προπονητή του. Αυτό ήταν. Από εκεί και πέρα, στο μυαλό του ήταν πάντα ο τερματοφύλακας, όπου και αν βρισκόταν. Κοιμόταν και ονειρευόταν ότι ήταν τερματοφύλακας. Για να μάθει μάλιστα καλύτερα, έπαιρνε μια κάλτσα της μητέρας του, την γέμιζε με κουρέλια και την έκανε μπάλα για να παίζει με τους φίλους του. Σχολείο πήγαινε στην Αστική, στο Δημοτικό και φυσικά στα διαλείμματα έπαιζε πάντα ποδόσφαιρο. Τίποτε άλλο.

Πρώτη ομάδα ο Δωριέας
Εκεί λοιπόν, στο σχολείο, τον είδε παράγοντας του Δωριέα Κώστας Μελλίνης που όπως ήταν αναμενόμενο δεν άργησε να ξεχωρίσει το πλούσιο ταλέντο του. Έτσι το 1947 ο Ματσάγκος πήγε στην παιδική ομάδα του συλλόγου και σε λίγο διάστημα προωθήθηκε καις την ανδρική. Ήταν το 1948, σε ηλικία 17 ετών που αποτελούσε στέλεχος της πρώτης ομάδας του Δωριέα. Φυσικά ήταν αναπληρωματικός καθώς τότε δεν ήταν και πολύ εύκολο να παίξεις μιας και δεν υπήρχαν και οι αλλαγές. Όσο μικρός και να ήταν, το γεγονός ότι καθόταν στον πάγκο ήταν κάτι που του στοίχιζε ψυχολογικά. Δεν έβλεπε την ώρα και τη στιγμή να πάρει θέση κάτω από τα δοκάρια. Και περίμενε πως και πως πότε θα έρθει εκείνη η ώρα.

Η δημιουργία της ΑΕΠ
Ο καιρός όμως περνούσε, τα παιχνίδια τελείωναν το ένα μετά το άλλο και έβλεπε ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο ευοίωνα για να πάρει συμμετοχή. Μαζί με κάτι άλλα παιδιά από τον Δωριέα αποφάσισαν να αποχωρήσουν και να δημιουργήσουν την Αθλητική Ένωση Πανωγιαννιών. Η ΑΕΠ ήταν μια πάρα πολύ καλή ομάδα που πλαισιώνονταν από εξαιρετικούς ποδοσφαιριστές της εποχής. Συμμετείχε στο τοπικό πρωτάθλημα και αποτελούσε μια υπολογίσιμη δύναμη για τον οποιονδήποτε αντίπαλο. Στην ΑΕΠ αγωνίστηκε μέχρι τη στιγμή που ήρθε η στιγμή της στράτευσης του το 1954. Κλήθηκε να υπηρετήσει στη Νέα Σάντα της Κομοτηνής. Φυσικά το ποδόσφαιρο σαν δραστηριότητα δεν θα μπορούσε να λείψει πολλές φορές ακόμα και από το ημερήσιο πρόγραμμα του. Υπάρχει μάλιστα ένα παιχνίδι που του είχε μείνει αξέχαστο. Ανάμεσα στο Γ’ Σώμα Στρατού και την ΑΕ Μεσολογγίου. Έκανε μια εξαιρετική εμφάνιση με αποτέλεσμα να ανοίξει διάπλατα ο δρόμος για να κληθεί στην Εθνική ομάδα των Ενόπλων που ήταν ιδιαιτέρως τιμητικό. Η ομάδα αυτή είχε στις τάξεις της την εποχή εκείνη παίκτες όπως οι Μεντεκίδης (Απόλλωνα Καλαμαριάς), Πιτσούδης, Ράμμος, Χατζηιωαννίδης (Ηρακλή Θεσσαλονίκης), Παπαγγέλου, Καντίνα (Άρη Θεσσαλονίκης), Τζελαλίδη (Εθνικού), Γιαννάκο (Νίκαια), Κυνηγόπουλο (ΘερμαΪκού) και πολλούς άλλους. Η συμμετοχή του στην Εθνική Ενόπλων ήταν αναμφίβολα μια πολύ μεγάλη εμπειρία για τον ίδιο καθώς ήταν μια πολύ σπουδαία ομάδα στην οποία έζησε καλές και ευτυχισμένες στιγμές.

Μετά το στρατό και πάλι ο Δωριέας…
Το 1956 ολοκλήρωσε τη θητεία του και μη έχοντας τι άλλο να κάνει γύρισε στη Ρόδο, κοντά στην οικογένεια του. Ο Δωριέας ενδιαφέρθηκε αμέσως για την απόκτηση του, παρά τη φυγή του λίγα χρόνια πριν. Βλέπετε, η αξία του ήταν πολύ μεγάλη και οποιαδήποτε ομάδα θα ήθελε να τον έχει στις τάξεις της. Ήταν ο τερματοφύλακας που ενέπνεε σιγουριά στους συμπαίκτες του. Διάθετε εντυπωσιακά ρεφλέξ που του επέτρεπαν να βγαίνει πρώτος στη μπάλα, είτε αυτή ήταν ψηλά, είτε και χαμηλά. Ήταν ανίκητος στις εξόδους. Ο Δωριέας τα κατάφερε και τον έπεισε να επιστρέψει στην ομάδα με την οποία ξεκίνησε το ποδόσφαιρο. Όπως και έγινε και από τότε μέχρι και το 1968 που «κρέμασε» τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια δεν πήγε ποτέ σε άλλη ομάδα. Αυτή η δωδεκαετία ήταν η σημαντικότερη της καριέρας του καθώς γνώρισε τις καλύτερες του δόξες. Αποκορύφωμα ήταν η συμμετοχή τρεις φορές στο πρωτάθλημα της Β’ Εθνικής Κατηγορίας. Ήταν μια δύσκολη και σκληρή κατηγορία και διέθετε πάρα πολύ καλές ομάδες με αξιόλογους παίκτες. Τα χρόνια εκείνα ο Δωριέας αλλά και ο Διαγόρας ήταν δυο πολύ δημοφιλή σωματεία. Υπήρχε φυσικά αντιπαλότητα μεταξύ τους αλλά μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Και μιας και ο λόγος για τον αγωνιστικό χώρο να πούμε βέβαια ότι τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχε χορτάρι. Ήταν …γυαλόχαρτο. Και η ζωή του τερματοφύλακα ήταν επίπονη μιας και έπρεπε να …ξύνει το σώμα του στο έδαφος. Ο ίδιος, μιλώντας παλιότερα σε μια συνέντευξη του στον γράφων αυτού του αφιερώματος είχε πει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
«Άσε που εκτός των άλλων υπήρχε και κακοπέραση. Κουβαλούσα μπετόν το Σάββατο και έπαιζα την Κυριακή χωρίς καλή διατροφή. Δεν έπαιζα ποδόσφαιρο για τα χρήματα, τα οποία έτσι και αλλιώς δεν υπήρχαν, αλλά για τη δόξα. Όταν πέφταμε κάτω από τραυματισμό, ήταν ντροπή να παραμείνουμε πολλή ώρα. Σκοτωμένοι να ήμασταν, έπρεπε να σηκωθούμε όρθιοι για να μην μας γιουχάρει ο κόσμος…»

Το 1968, σε ηλικία 37 ετών σταμάτησε να αγωνίζεται. Έπαθε μηνίσκο και δεν μπορούσε πια να συνεχίσει. Ήταν τα χρόνια που μια νέα χρονιά είχε ξημερώσει για το Δωδεκανησιακό ποδόσφαιρο, επειδή το ήθελε …ο Ασλανίδης. Ήταν η γέννηση της Ρόδου η οποία δέκα χρόνια αργότερα θα κατάφερνε να προσφέρει στους φιλάθλους αυτούς που έως τότε δεν μπόρεσαν οι ομάδες του νησιού που είχαν προσπαθήσει.

Ο ίδιος για τον χαρακτηρισμό «πεναλτάκιας», είχε πει:
«Έβλεπα σε ποιο σημείο της μπάλας κλώτσαγε ο παίκτης. Έπεφτα πάντα σωστά. Τώρα οι τερματοφύλακες πέφτουν τυχαία. Εμένα το μάτι μου ήταν πάντα στο πόδι του αντιπάλου. Και στα φάουλ δεν έβαζα τοίχος ποτέ. Βολευόμουνα χωρίς αυτό. Έκανα και άλλες πολλές αποκρούσεις. Το τέρμα μου φαινόταν …μικρό. Πηδούσα πάνω από τα δοκάρια. Οι αντίπαλοι μου φαινόντουσαν σαν …μύγες»…

Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ροδιακή” στις 22 Νοεμβρίου 2020