Γράφει ο οικονομολόγος Ηλίας Καραβόλιας
«Η κοινωνία, περισσότερο μητριά παρά μητέρα, λατρεύει εκείνα τα παιδιά της που κολακεύουν τη ματαιοδοξία της» (Ονορέ ντε Μπαλζάκ) Και όμως ο Μπαλζάκ του 19ου αιώνα το είπε χωρίς να πρόλαβει να δει τι «αναλογικό» κόσμο και τι είδους κοινωνία, αφήνουμε σήμερα στον 21ο αιώνα οι μεγαλύτεροι, στους νέους της ψηφιακής γενιάς. Η φωτογραφία από το Ποντίκι προχθές λέει πολλά.
Ακόμα και αν μικρά παιδιά δεν μπορούν να σερφάρουν στα social, ακόμα και αν οι έφηβοι βρίσκουν τοίχο και περιορισμούς στα δίκτυα όπου σκρολάρουν μανιακά, μην γελιόμαστε : ξέρουν ( οι περισσότεροι νέοι τουλάχιστον) ότι τους αφήνουμε σαθρή κοινωνία, έξω από τις οθόνες. Και επειδή δεν έζησαν τα καφενεία μας αλλά και την ιδιωτική τηλεόραση, ψάχνουν να δουν τι διάλο εμείς «βλέπαμε» στις οθόνες του κόσμου που τους αφήνουμε. Ξέρουν φυσικά γιατί τους παρκάρουμε από μικρούς στα smartphones και στα iPads όταν τρώμε στο εστιατόριο, ξέρουν γιατί μας ακούν να γκρινιάζουμε για την πολιτική και τις δουλειές, την δικαιοσύνη και τις υπηρεσίες.
Μην είμαστε αυστηροί με τους εφήβους ή τους θεωρούμε αποχαυνωμένους στο διαρκές ψηφιακό περιβάλλον της άσκοπης αναζήτησης και της μασημένης τροφής αλγορίθμων και τεχνητών μηχανών. Δεν «γουστάρουν» την κοινωνία που τους παραδίνουμε. Δεν θέλουν να βλέπουν ειδήσεις με νεκρούς και βία, ούτε ξεκατινιάσματα πολιτικών και κυρίως τις ίδιες φάτσες να τους εξηγούν «την κανονικότητα» Το παιδί της οθόνης που σκοντάφτει στα φίλτρα και στο τείχος προστασίας από άσεμνο περιεχόμενο σε ιστοσελίδες, βλέπει και ακούει μια χαρά το «άσεμνο περιεχόμενο» της φρασεολογίας του γονιού, όταν δικαίως ή αδίκως βρίζει για την ακριβή ζωή και τους λογαριασμούς.
Όταν λέει «να μου κοπεί το χέρι» αλλά ξαναψηφίζει τους ίδιους. Πολλοί έφηβοι χώνονται στο ψηφιακό δίκτυο και παραληρούν ακατάσχετα σε μια έκσταση επικοινωνίας και υπερδικτύωσης, σε ατελείωτες ώρες με βιντεοπαιχνίδια βίας και πλατφόρμες, κονσόλες, άλλους κόσμους. Ας ξυπνήσουμε : αποδρούν από τον κόσμο αυτό, τον κόσμο χωρίς αλάνες, χωρίς παιδική χαρά, χωρίς πάρκα και πλατείες. Ο καπιταλισμός που τους παραδίνουμε τους χώνει σε ψηφιακές κοινότητες ώστε να τους απομακρύνει από το εργαστήριο άλλων θεσμών, μακριά από φυσικές κομμούνες, αφού η κάθε αφού η κάθε οικογένεια πλέον εισήγαγε την βία και την βιοπολιτική του συστήματος εντός της, έστησε τον Κυνόδοντα του μικροαστικού νεοελληνικού φρενοκομείου, γέννησε παραληρηματικούς σαν αυτούς τους πολιτικούς στα παράθυρα και στο Instagram.
Ας προσέξουμε : ψάχνουν άλλη κοινωνία τα παιδιά, εικονικούς φίλους, εικονικές σταθερές και αλγόριθμους γρήγορων απαντήσεων (προγραμματισμένους να τους κάνουν την ζωή εύκολη μεν, σε σχολείο και παρέες, αλλά μάλλον με ευνουχισμό της σκέψης τους και των ονείρων τους) Εμείς παραδώσαμε την αναλογική κοινωνία της μνησικακίας και του φθόνου στα παιδιά μας. Και εμείς δεν τους εξηγούμε ότι μέσα στις κάθε είδους πλατφόρμες και οθόνες – που πάλι εμείς «φτιάξαμε» και καλώς κάναμε – εκτός από τεχνολογία για να βρουν ευκαιρίες στην εξέλιξη τους, υπάρχει και δυστοπικό σενάριο ώστε να μισήσουν εντελώς την αληθινή ζωή. Τουλάχιστον να τους εξηγήσουμε – γιατί έχουμε ευθύνη – τι είναι αυτή η αληθινή ζωή που τους αφήσαμε : με τα χρέη, με χαμηλούς μισθούς, αλλά την διπολικότητα της : με μεγάλα σπίτια και αυτοκίνητα, καλοπέραση και γκρίνια μαζί (επειδή ο φόβος υπάρχει πάντα κάτω από την χρυσόσκονη που ξέρουμε ότι εύκολα θα φύγει, με την πρώτη μπόρα…)

















