Η «ανθρωπιστική» γλώσσα της AI και ο κίνδυνος μιας νέας τεχνοκρατικής εξουσίας
Η νέα εγκύκλιος του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ για την Τεχνητή Νοημοσύνη παρουσιάζεται ως μια παρέμβαση υπέρ της ανθρωπότητας, της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Στην επιφάνεια, δύσκολα θα διαφωνούσε κανείς με φράσεις όπως ότι «η AI πρέπει να υπηρετεί την ανθρωπότητα» ή ότι δεν πρέπει να μετατραπεί σε εργαλείο πολέμου και υποδούλωσης.
Όμως πίσω από αυτή τη γλώσσα, αναδύεται μια βαθύτερη φιλοσοφία που γεννά σοβαρά ερωτήματα. Διότι πολλές από τις διατυπώσεις της εγκυκλίου παραπέμπουν σε ένα μοντέλο παγκόσμιας τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, όπου οι αποφάσεις απομακρύνονται σταδιακά από τα έθνη και τις κοινωνίες και μεταφέρονται σε υπερεθνικά κέντρα εξουσίας.
Όταν ο Πάπας μιλά για την ανάγκη «ισχυρών νομικών πλαισίων», για «ανεξάρτητη εποπτεία των εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης» και για «παγκόσμια πρόσβαση» στην τεχνολογία, δημιουργείται εύλογα το ερώτημα: ποιος θα καθορίζει αυτά τα πλαίσια; Ποιος θα ορίζει τι είναι «ηθικό», τι είναι «ορθή χρήση» της AI και ποιος θα έχει τελικά την εξουσία επιβολής αυτών των κανόνων;
Η ιστορία έχει δείξει ότι κάθε φορά που εμφανίζεται μια παγκόσμια κρίση ή ένας παγκόσμιος φόβος, προωθείται παράλληλα και η ανάγκη για περισσότερη συγκεντρωτική διακυβέρνηση. Σήμερα ο φόβος λέγεται Τεχνητή Νοημοσύνη. Και η λύση που προβάλλεται ξανά είναι περισσότερη εποπτεία, περισσότερος έλεγχος και περισσότερη μεταφορά αρμοδιοτήτων σε διεθνείς θεσμούς και “ειδικούς”.
Ιδιαίτερα προβληματισμό προκαλεί η αντίληψη ότι η AI πρέπει να αποτελεί «δημόσιο αγαθό» υπό διεθνή επιτήρηση. Η φράση αυτή ακούγεται θετικά, αλλά πίσω της μπορεί να κρύβεται η λογική ότι οι τεχνολογίες του μέλλοντος δεν θα ανήκουν τελικά στους λαούς και στα κράτη, αλλά θα ρυθμίζονται από παγκόσμιους μηχανισμούς, εταιρικά λόμπι και υπερεθνικές αρχές.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η αναφορά σε μια κοινή «ηθική» διαχείρισης της τεχνολογίας. Διότι ποια θα είναι αυτή η παγκόσμια ηθική; Θα βασίζεται στις παραδόσεις, στις εθνικές ταυτότητες και στις ιδιαιτερότητες των λαών ή θα επιβάλλεται από μια νέα διεθνή τεχνοκρατική ελίτ που θα αποφασίζει τι είναι αποδεκτό και τι όχι;
Στην πράξη, τέτοιες λογικές συχνά οδηγούν:
σε τεχνοκρατική συγκέντρωση εξουσίας,
σε μεταφορά αποφάσεων από τα εθνικά κράτη σε διεθνή κέντρα,
σε αποδυνάμωση της εθνικής κυριαρχίας,
και στην επιβολή μιας “παγκόσμιας ηθικής” από πάνω προς τα κάτω.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Η εγκύκλιος δηλώνει ότι φοβάται τη συγκέντρωση δύναμης στα χέρια λίγων. Την ίδια στιγμή όμως, οι λύσεις που προτείνονται μοιάζουν να απαιτούν ακόμη μεγαλύτερους μηχανισμούς κεντρικού ελέγχου.
Η ανθρωπότητα ασφαλώς χρειάζεται όρια απέναντι στην ανεξέλεγκτη τεχνολογία. Χρειάζεται όμως και κάτι εξίσου σημαντικό: να μη μετατραπεί ο φόβος για την AI σε αφορμή για τη δημιουργία μιας νέας ψηφιακής παγκόσμιας εξουσίας, η οποία θα αποφασίζει για όλους χωρίς τους λαούς.
Διότι η ελευθερία δεν χάνεται πάντα με τη βία. Πολλές φορές χάνεται στο όνομα της «ασφάλειας», της «δικαιοσύνης» και του «καλού της ανθρωπότητας».














