Η ενεργειακή απομάκρυνση της Γερμανίας από τη Ρωσία αποδεικνύεται ένας εξαιρετικά ακριβός λογαριασμός για το Βερολίνο. Σύμφωνα με δημοσιεύματα των γερμανικών εφημερίδων «Süddeutsche Zeitung» και «Bild», περίπου 50 δισεκατομμύρια ευρώ έχουν ήδη δαπανηθεί για την αντιμετώπιση των συνεπειών της ενεργειακής κρίσης που ξέσπασε μετά το 2022.
Πριν από την ουκρανική σύγκρουση, το ρωσικό φυσικό αέριο κάλυπτε περίπου το 55% των γερμανικών αναγκών. Η δραστική μείωση αυτών των εισαγωγών ανάγκασε τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης να αναζητήσει ακριβότερες εναλλακτικές πηγές, με νοικοκυριά και βιομηχανίες να βρίσκονται αντιμέτωπα με σημαντικά αυξημένο ενεργειακό κόστος.
Στα 50 δισ. περιλαμβάνονται πλαφόν στις τιμές ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, έκτακτες ενισχύσεις προς τους πολίτες αλλά και πακέτα διάσωσης ενεργειακών εταιρειών. Ειδικοί, ωστόσο, εκτιμούν ότι το πραγματικό οικονομικό κόστος είναι πολύ μεγαλύτερο, εάν συνυπολογιστούν οι νέοι τερματικοί σταθμοί LNG και οι ευρύτερες απώλειες για τη γερμανική βιομηχανία.
Το ενεργειακό ζήτημα αποκτά πλέον και έντονη πολιτική διάσταση. Η Αλίς Βάιντελ του AfD υποστηρίζει ότι η φθηνή ρωσική ενέργεια αποτελούσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της επιτυχίας του «Made in Germany» και ότι η απώλειά της κόστισε θέσεις εργασίας και ανταγωνιστικότητα.
Παράλληλα, έρευνα για τις πολιτικές συνέπειες των ενεργειακών ανατιμήσεων συνδέει τις μεγαλύτερες αυξήσεις στους λογαριασμούς με ενισχυμένη υποστήριξη προς το AfD. Έτσι, η ενεργειακή κρίση δεν φαίνεται να αλλάζει μόνο τη γερμανική οικονομία. Αλλάζει σταδιακά και τον πολιτικό χάρτη της χώρας.

















