Η Βρετανία, η χώρα που κάποτε καμάρωνε ως κοιτίδα του κοινοβουλευτισμού, αρχίζει πλέον να θυμίζει εργαστήριο ελεγχόμενης δημοκρατίας. Ο Φινλανδός ευρωβουλευτής Σεμπάστιαν Τύνκκινεν ενημερώθηκε, λίγες ώρες πριν από την πτήση του, ότι δεν επιτρέπεται να εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο, επειδή η παρουσία του δεν θεωρήθηκε «ευνοϊκή για το δημόσιο συμφέρον».
Ο Τύνκκινεν, μέλος του Κόμματος των Φινλανδών και της ευρωομάδας των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών, επρόκειτο να μιλήσει στο πρώτο βρετανικό συνέδριο CPAC στο Λονδίνο. Εισιτήρια και ξενοδοχείο είχαν κλειστεί, η συμμετοχή του είχε ανακοινωθεί, αλλά η βρετανική κυβέρνηση ακύρωσε την ηλεκτρονική ταξιδιωτική άδειά του χωρίς, σύμφωνα με τον ίδιο, δυνατότητα προσφυγής.
Ο Φινλανδός πολιτικός υποστηρίζει ότι στοχοποιήθηκε επειδή μιλά ανοιχτά για τη μαζική μετανάστευση και την ασφάλεια των γυναικών. Οφείλουμε, βεβαίως, να αναφέρουμε ότι έχει καταδικαστεί στη Φινλανδία για υποκίνηση κατά εθνοτικών ομάδων. Ωστόσο, η επίσημη βρετανική ειδοποίηση δεν δημοσιοποίησε συγκεκριμένη αιτιολογία πέρα από τη γνωστή και εξαιρετικά αόριστη επίκληση του «δημόσιου συμφέροντος».
Κι εδώ βρίσκεται το επικίνδυνο σημείο. Ποιος αποφασίζει ποια πολιτική άποψη είναι ανεκτή και ποιος εκλεγμένος εκπρόσωπος επιτρέπεται να την εκφράσει; Αν μία κυβέρνηση μπορεί να κλείνει τα σύνορα σε πολιτικούς αντιπάλους με μία γενικόλογη φράση, αύριο μπορεί να κλείνει μικρόφωνα, λογαριασμούς και στόματα.
Η ελευθερία του λόγου δεν δοκιμάζεται όταν ακούμε όσα μας αρέσουν. Δοκιμάζεται όταν ανεχόμαστε όσα μας ενοχλούν. Και σε αυτή τη δοκιμασία, η Βρετανία του Κιρ Στάρμερ φαίνεται να αποτυγχάνει θεαματικά.
















