Το ποδόσφαιρο υποτίθεται ότι έχει κανόνες που ισχύουν για όλους. Όμως όταν στην εξίσωση μπαίνει η πολιτική ισχύς, γεννιούνται εύλογα ερωτήματα. Ο Ντόναλντ Τραμπ όχι μόνο χαρακτήρισε λανθασμένη την κόκκινη κάρτα που δέχθηκε ποδοσφαιριστής της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ, αλλά αποκάλυψε ότι συζήτησε το θέμα ακόμη και με τον πρόεδρο της FIFA. Λίγο αργότερα, η αποβολή ανακλήθηκε, επιτρέποντας στον ποδοσφαιριστή να αγωνιστεί κανονικά στο επόμενο παιχνίδι.
Ο ίδιος δήλωσε ότι η φάση «δεν ήταν καν φάουλ», επειδή, όπως είπε, επρόκειτο απλώς για σύγκρουση δύο αθλητών που έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα. Παρουσιάστηκε μάλιστα ως άνθρωπος που «γνωρίζει πολύ καλά τον αθλητισμό». Κι όμως, λίγο αργότερα παραδέχθηκε ότι αρχικά δεν γνώριζε πως η κόκκινη κάρτα συνεπάγεται αυτόματη τιμωρία για τον επόμενο αγώνα. Αναρωτήθηκε μάλιστα αν είναι δίκαιο να χάνει ένας παίκτης έναν αγώνα που «δεν έχει ακόμη διεξαχθεί».
Το πραγματικό ζήτημα, όμως, δεν είναι αν η συγκεκριμένη φάση ήταν κόκκινη ή όχι. Είναι η εικόνα που δημιουργείται όταν ένας από τους ισχυρότερους πολιτικούς του κόσμου επικοινωνεί με την ηγεσία της FIFA και, λίγο μετά, μια τόσο σοβαρή απόφαση αλλάζει. Είτε πρόκειται για σύμπτωση είτε όχι, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι εξαιρετικά προβληματικό.
Το ποδόσφαιρο είναι το δημοφιλέστερο άθλημα στον κόσμο και το Παγκόσμιο Κύπελλο αποτελεί το κορυφαίο αθλητικό γεγονός του πλανήτη. Αν οι φίλαθλοι αρχίσουν να πιστεύουν ότι οι κανόνες μπορούν να λυγίσουν μπροστά στην πολιτική επιρροή, τότε το πλήγμα δεν αφορά μόνο έναν αγώνα. Αφορά την ίδια την αξιοπιστία του αθλήματος και την αρχή ότι όλοι κρίνονται με τους ίδιους κανόνες.
















