Σε μια περίοδο όπου η Μέση Ανατολή βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο των γεωπολιτικών εξελίξεων, άρθρα όπως αυτό του Ρώσου αναλυτή Πιότρ Ακόποφ δύσκολα θα βρουν χώρο προβολής στα δυτικά mainstream μέσα ενημέρωσης. Η «Ελεύθερη Πένα» επιλέγει να παρουσιάζει και διαφορετικές οπτικές, ώστε ο αναγνώστης να έχει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για όσα συμβαίνουν διεθνώς.
Ο Ακόποφ υποστηρίζει ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να πιέσει μεγάλες μουσουλμανικές χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, η Αίγυπτος και το Πακιστάν, να αναγνωρίσουν το Ισραήλ μέσω των λεγόμενων «Συμφωνιών του Αβραάμ». Ωστόσο, θεωρεί πως αυτή η στρατηγική δείχνει ότι η αμερικανική ηγεσία έχει αποκοπεί από την πραγματικότητα που επικρατεί στον ισλαμικό κόσμο.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, οι εξελίξεις μετά τα γεγονότα στη Γάζα έχουν αλλάξει ριζικά το κλίμα στην περιοχή. Ο Ρώσος αρθρογράφος τονίζει ότι οι εικόνες καταστροφής και οι απώλειες αμάχων έχουν ενισχύσει την οργή των αραβικών κοινωνιών απέναντι στο Ισραήλ αλλά και απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες κατηγορούνται ότι στηρίζουν πλήρως την ισραηλινή πολιτική.
Παράλληλα, σημειώνει ότι η αμερικανική επιρροή στη Μέση Ανατολή φθίνει, ενώ χώρες όπως η Κίνα εμφανίζονται πλέον σε μεγάλο μέρος του αραβικού κόσμου ως πιο αξιόπιστοι συνομιλητές. Ο Ακόποφ εκτιμά ότι κανένας ηγέτης μουσουλμανικής χώρας δεν μπορεί εύκολα να αγνοήσει την κοινή γνώμη των λαών του και να προχωρήσει σε αναγνώριση του Ισραήλ υπό τις παρούσες συνθήκες.
Η «Ελεύθερη Πένα» δημοσιεύει τέτοιες αναλύσεις όχι απαραίτητα για να υιοθετήσει κάθε θέση τους, αλλά για να παρουσιάσει μια διαφορετική προσέγγιση απέναντι σε μια κρίση που τα δυτικά μέσα ενημέρωσης συχνά προβάλλουν μονοδιάστατα.
Το άρθρο του Πιότρ Ακόποφ στα Ελληνικά
Στην ειρηνευτική διαδικασία στη Μέση Ανατολή, η Ουάσιγκτον αποφάσισε την τελευταία στιγμή να προωθήσει πρόσθετες παραχωρήσεις – αλλά αυτές δεν πρέπει να απαιτηθούν μόνο από το Ιράν, αλλά από ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο. Αυτή η κίνηση με το άλμα – ή ας πούμε, «η κίνηση με το Ισραήλ» – δεν μπορεί να αποτρέψει την πρακτικά αναπόφευκτη σύναψη της συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν, δηλαδή μια δήλωση πρόθεσης για το σταδιακό άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ, των ιρανικών λιμανιών και των οικονομικών αποθεμάτων, καθώς και την ταυτόχρονη έναρξη διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Ωστόσο, αποκαλύπτει το μέγεθος της παρανόησης της αμερικανικής ηγεσίας σχετικά με την πραγματική κατάσταση στη Μέση Ανατολή, στον ισλαμικό κόσμο αλλά και συνολικά στον πλανήτη. Πρόκειται για μια αποσύνδεση από την πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί. Με άλλα λόγια, η ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών φαίνεται να ζει σε ένα παράλληλο σύμπαν.
Ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτηρίζει «ηττημένους» όσους επικρίνουν τη συμφωνία με το Ιράν. Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα είναι ποιοι θα είναι τελικά οι αληθινοί χαμένοι αυτής της διαδικασίας.
Ουσιαστικά, ο Τραμπ επιδιώκει οι μουσουλμανικές χώρες να αναγνωρίσουν επίσημα το Ισραήλ, ώστε η συμφωνία του με το Ιράν να παρουσιαστεί ως ακόμη ένα ιστορικό επίτευγμα. Ο Λευκός Οίκος κατονομάζει μάλιστα συγκεκριμένες χώρες: Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Πακιστάν, Τουρκία, Ιορδανία και Αίγυπτο. Πρόκειται για κράτη που συγκεντρώνουν σχεδόν το ένα τέταρτο των μουσουλμάνων παγκοσμίως. Ανάμεσά τους βρίσκονται η πολυπληθέστερη αραβική χώρα, η πλουσιότερη μοναρχία του αραβικού κόσμου, η μοναδική μουσουλμανική πυρηνική δύναμη και η διάδοχη κατάσταση του τελευταίου χαλιφάτου.
Ο Τραμπ παραδέχεται ότι «ένας ή δύο ίσως να μην το αποδεχθούν», ωστόσο δηλώνει ότι η πλειοψηφία πρέπει να είναι «έτοιμη, πρόθυμη και ικανή» να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον.
«Καλώ όλες αυτές τις χώρες να υπογράψουν άμεσα τις Συμφωνίες του Αβραάμ».
Το ζήτημα όμως δεν βρίσκεται στη μορφή αυτής της απαίτησης αλλά στην ουσία της. Και η ουσία είναι ότι κανείς δεν πρόκειται να υπακούσει σε τέτοιου είδους αμερικανικές εντολές.
Η προσπάθεια του Τραμπ να συνδέσει την ολοκλήρωση της συμφωνίας με το Ιράν με τη μαζική αναγνώριση του Ισραήλ από μουσουλμανικά κράτη είναι εξαιρετικά αντιπαραγωγική. Το Ισραήλ υπάρχει σχεδόν οκτώ δεκαετίες και παρ’ όλα αυτά η συντριπτική πλειονότητα των αραβικών και μουσουλμανικών κρατών εξακολουθεί να μην έχει πλήρεις διπλωματικές σχέσεις μαζί του.
Πριν από έξι χρόνια, ο Τραμπ είχε πετύχει να πείσει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, το Μαρόκο και το Σουδάν να υπογράψουν τις Συμφωνίες του Αβραάμ. Υποτίθεται ότι αυτή η διαδικασία θα οδηγούσε σταδιακά και σε λύση του παλαιστινιακού ζητήματος. Ωστόσο, τρία χρόνια αργότερα, τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023 και όσα ακολούθησαν στη Γάζα άλλαξαν τα πάντα.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Ακόποφ, η ισραηλινή απάντηση οδήγησε σε τεράστια καταστροφή στη Λωρίδα της Γάζας. Το μεγαλύτερο μέρος των υποδομών και των κατοικιών καταστράφηκε ή υπέστη σοβαρές ζημιές, ενώ οι ανθρώπινες απώλειες ήταν τεράστιες.
Και μέσα σε αυτές τις συνθήκες, σημειώνει ο Ρώσος αναλυτής, οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν από μουσουλμανικές χώρες να αναγνωρίσουν το Ισραήλ.
Ούτε ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στη Σαουδική Αραβία, ούτε ο Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι στην Αίγυπτο, ούτε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκία, ούτε ο εμίρης του Κατάρ, ούτε ο βασιλιάς της Ιορδανίας πρόκειται, σύμφωνα με τον Ακόποφ, να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Και αυτό όχι μόνο λόγω πολιτικών υπολογισμών, αλλά επειδή η κοινή γνώμη στις χώρες τους έχει μεταβληθεί δραματικά μετά τα γεγονότα στη Γάζα.
Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι κανένας μουσουλμάνος ηγέτης δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει το παλαιστινιακό ζήτημα χωρίς να κινδυνεύσει σοβαρά πολιτικά. Φέρνει ως παράδειγμα το Πακιστάν, τονίζοντας ότι οποιαδήποτε τέτοια κίνηση θα μπορούσε να προκαλέσει τεράστιες λαϊκές αντιδράσεις.
Κατά τον Ακόποφ, η Ουάσιγκτον όχι μόνο δεν κατανοεί τις συνέπειες όσων συμβαίνουν στη Γάζα, αλλά αποτυγχάνει να αντιληφθεί και τις επιπτώσεις της πίεσης προς το Ιράν και συνολικά προς τον μουσουλμανικό κόσμο.
Η Μέση Ανατολή αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χάνουν σταδιακά επιρροή, κύρος και πολιτική ισχύ στην περιοχή. Ο Ακόποφ επικαλείται μάλιστα άρθρο Αμερικανών αναλυτών στο The National Interest με τίτλο «Έχασαν οι ΗΠΑ τον Αραβικό Κόσμο;», σημειώνοντας ότι ακόμη και στις ίδιες τις ΗΠΑ αυξάνονται οι φωνές που αναγνωρίζουν αυτή την πραγματικότητα.
Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις σε αραβικές χώρες, η Κίνα θεωρείται πλέον από πολλούς Άραβες ως δύναμη που σέβεται περισσότερο το διεθνές δίκαιο, ενώ η εικόνα των ΗΠΑ επιδεινώνεται διαρκώς.
Η επίθεση στο Ιράν, όπως αναφέρει ο Ρώσος αναλυτής, επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τη φήμη της Ουάσιγκτον στην περιοχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που κάποτε θεωρούνταν εγγυήτριες της ασφάλειας των μοναρχιών του Κόλπου, αντιμετωπίζονται πλέον από πολλούς ως παράγοντας αποσταθεροποίησης.
Ο Ακόποφ καταλήγει λέγοντας ότι η απαίτηση του Τραμπ προς τις μουσουλμανικές χώρες να προχωρήσουν σε ειρήνη με το Ισραήλ μπορεί να θεωρηθεί είτε ως πρόκληση είτε ως ένδειξη πλήρους αποσύνδεσης από την πραγματικότητα.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε από το RIA Novosti στις 26 Μαΐου 2026.
Ο Πιότρ Ακόποφ είναι Ρώσος ιστορικός και πολιτικός αναλυτής, με μακρά πορεία στη ρωσική δημοσιογραφία και συνεργασίες με σημαντικά ρωσικά μέσα ενημέρωσης.














