Η μαρτυρία μιας μητέρας από τη Βιέννη, όπως δημοσιεύθηκε στην Heute (Χόιτε), φωτίζει μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί πλέον να αγνοηθεί. Σε δημοτικό σχολείο της περιοχής Meidling (Μάιντλινγκ), ένα κορίτσι της πρώτης ή δευτέρας τάξης βρέθηκε στο περιθώριο όχι επειδή υστερούσε, αλλά επειδή διέφερε: ήταν η μόνη χωρίς μεταναστευτικό υπόβαθρο και η μόνη που μιλούσε άπταιστα γερμανικά.
Σύμφωνα με τη μητέρα της, η μικρή δέχθηκε χλευασμό και κοινωνικό αποκλεισμό. Δεν την καλούσαν σε δραστηριότητες, δεν την ενέτασσαν στα παιχνίδια, ενώ ακόμη και οι διατροφικές της επιλογές ή το ότι φορούσε κοντά φορέματα προκαλούσαν ειρωνικά σχόλια. Σταδιακά άρχισε να ζητά να φορά μακριά ρούχα, ακόμη και το καλοκαίρι, για να μην ξεχωρίζει. Η ψυχολογική πίεση συνδυάστηκε με μαθησιακή στασιμότητα: η πρόοδος της τάξης ήταν εξαιρετικά χαμηλή, με βασικές λέξεις να παραμένουν άγνωστες μήνες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Η οικογένεια αναγκάστηκε τελικά να τη μεταφέρει σε ιδιωτικό σχολείο.
Το περιστατικό δεν αφορά αντιπαράθεση μεταξύ παιδιών. Αναδεικνύει την αποτυχία πολιτικών που δημιούργησαν τάξεις χωρίς κοινή γλωσσική βάση και χωρίς μηχανισμούς ουσιαστικής ένταξης. Όταν η πλειοψηφία δεν μιλά τη γλώσσα της χώρας, η έννοια της ενσωμάτωσης αντιστρέφεται.
Η επόμενη ημέρα στην Ευρώπη θα κριθεί σε αυτές ακριβώς τις αίθουσες. Χωρίς σαφείς κανόνες, γλωσσικές προϋποθέσεις και ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, ο κίνδυνος είναι η παγίωση παράλληλων κοινωνιών. Και τότε το σχολείο δεν θα λειτουργεί ως χώρος ενότητας, αλλά ως προάγγελος βαθύτερων κοινωνικών ρηγμάτων.














