Περισσότερα από 62.000 κιλά βοδινού κρέατος από τη Βραζιλία, εμπλουτισμένα με την απαγορευμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ορμόνη οιστραδιόλη, πέρασαν τα ευρωπαϊκά σύνορα και σε μεγάλο βαθμό κατέληξαν στην κατανάλωση. Κι όμως, οι Βρυξέλλες εξακολουθούν να διαφημίζουν τους «αυστηρούς ελέγχους εισαγωγών» ως εγγύηση ασφάλειας για τους πολίτες.
Η ίδια η ΕΕ απαγορεύει ρητά τη χρήση αυξητικών ορμονών στην κτηνοτροφία εντός των κρατών-μελών. Παράλληλα, επιβάλλει στους Ευρωπαίους παραγωγούς ολοένα και πιο αυστηρούς κανονισμούς, αυξάνοντας το κόστος και περιορίζοντας την ανταγωνιστικότητά τους. Ωστόσο, στην πράξη, φορτία κρέατος που δεν πληρούν αυτά τα πρότυπα κατάφεραν να εισέλθουν στην ευρωπαϊκή αγορά.
Σύμφωνα με τις αρμόδιες αρχές, μέρος του κρέατος διακινήθηκε σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Πολωνία και η Ιρλανδία, ενώ το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης ενεργοποιήθηκε όταν ήδη ποσότητες είχαν φτάσει στα ράφια. Μόνο δύο παρτίδες, περίπου 25 τόνων η καθεμία, μπλοκαρίστηκαν εγκαίρως στην Ολλανδία.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι σαφές: πόσο αποτελεσματικοί είναι τελικά οι περιβόητοι ευρωπαϊκοί έλεγχοι; Όταν μια ουσία που έχει απαγορευθεί για λόγους υγείας εντός της Ένωσης εισέρχεται μέσω εισαγωγών, η αξιοπιστία του ελεγκτικού μηχανισμού τίθεται αναπόφευκτα υπό δοκιμασία.
Την ώρα που προωθείται η συμφωνία με τις χώρες της Mercosur, η υπόθεση αυτή φωτίζει τα κενά ενός συστήματος που διακηρύσσει αυστηρότητα, αλλά καλείται να αποδείξει την αποτελεσματικότητά του στην πράξη.














