«Τα παιδιά ζωγραφίζουν στον τοίχο… μια καρδιά κι έναν ήλιο με μάσκα»

Έχει σοφά ειπωθεί ότι «ο ανάπηρος γίνεται δεν γεννιέται».

Ο Λέο Μπουσκάλια παραθέτει μια αφοπλιστική, κωμικοτραγική, ισπανική ιστορία: «Σε μια χώρα, οι κάτοικοι, ο ένας μετά τον άλλο, ανακαλύπτουν ότι βγάζουν ουρά! Τρομοκρατημένοι, μόλις εμφανιστεί η ουρά, κάνουν ό,τι μπορούν για να την κρύψουν. Τη χώνουν σε φαρδιά παντελόνια και φούστες για να κρύψουν το αλλόκοτο φαινόμενο. Καθώς ανακαλύπτουν όμως πως όλοι βγάζουν ουρά, το σκηνικό αλλάζει δραστικά… Στην πραγματικότητα, η ουρά αποδεικνύεται πολύ χρήσιμη για τη μεταφορά πραγμάτων, για μεγαλύτερη ευκινησία, για να ανοίγουν τις πόρτες όταν έχουν τα χέρια τους γεμάτα. Οι ράφτες αρχίζουν να σχεδιάζουν ρούχα που όχι μόνο εξυπηρετούν, αλλά αναδεικνύουν και απελευθερώνουν τις νεοφερμένες ουρές. Σύντομα φθάνουν στο σημείο να χρησιμοποιήσουν κοσμήματα για να προσελκύσουν την προσοχή στο καινούριο αυτό στοιχείο. Τότε, ξαφνικά, όλοι όσοι δεν έβγαλαν ουρά θεωρούνται τέρατα. Πανικόβλητοι οι τελευταίοι προσπαθούν να βρουν τρόπους να κρύψουν το γεγονός αυτό, αγοράζοντας τεχνητές ουρές ή αποσυρόμενοι εντελώς από την κοινωνία της ουράς. Πόσο ενοχλητικό! Χωρίς ουρά!».

Ιστοριών συνέχεια…

Μια φορά κι έναν καιρό, τον 21ο αιώνα, έναν αιώνα μετά τον γνωστό ως «αιώνα του παιδιού», τα παιδιά δεν ήταν παιδιά. Αντίθετα, αντιμετωπίζονταν σαν μικροί ενήλικες, όπως στον ύστερο Μεσαίωνα. Τότε που, σε αρκετές περιπτώσεις, η εκπαίδευση ήταν συνώνυμη της τιμωρίας, της πειθαρχίας και της αμάθειας (ένας στους δέκα άνδρες και μία στις εκατό γυναίκες στην Ευρώπη γνώριζε ανάγνωση το 1500μ.Χ.).

Τα παιδιά του 21ου αιώνα ήταν αναγκασμένα –από την προσχολική κιόλας ηλικία– να φορούν μάσκα στο σχολείο και μάλιστα και κατά την ώρα του διαλείμματος και του παιχνιδιού. Οι κυβερνήσεις δεν επέτρεπαν στα παιδιά να πηγαίνουν στο σχολείο χωρίς τη μάσκα τους. Αυτή είχε γίνει απαραίτητο αξεσουάρ, πιο πάνω κι από τη σχολική τσάντα. Απαγορευόταν να την ξεχάσει ο μαθητής. Μάλιστα, χωρίς αυτήν δεν επιτρεπόταν η είσοδος στον χώρο του σχολείου (κάτι που μέχρι πρότινος δεν συνέβαινε ούτε με τη σχολική τσάντα, με τη γνωστή δράση «Η τσάντα στο σχολείο», οπότε επιβαλλόταν να μένει στην τάξη, χωρίς να επιτρέπεται στον μαθητή να την πάρει μαζί του). Οι μητέρες, αποχαιρετώντας τα παιδιά για το σχολείο, ρωτούσαν με αγωνία αν είχαν πάρει τη μάσκα τους, σαν να επρόκειτο για τα βιβλία ή το φαγητό τους και αυτά αγχώνονταν να τη θυμούνται, λες και ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ενδυμασίας τους.

Στις σχολικές αίθουσες, οι δάσκαλοι –που αντί για τον πραγματικό τους ρόλο τούς είχε ανατεθεί ο ρόλος του επιθεωρητή– μάλωναν τους μαθητές που αρνούνταν να φορούν τη μάσκα τους, ακόμα κι αν αυτοί έκλαιγαν και ομολογούσαν πως δεν μπορούν να ανασάνουν. Κάποιοι, μάλιστα, «τηρητές του νόμου» πίεζαν μικρά παιδάκια να τη φορούν διπλή. Κάποιοι άλλοι τα ήθελαν σε γυάλα (αυτό θα ήταν ίσως το καλύτερο γι’ αυτούς). Οι συμμαθητές τους τα κορόιδευαν και σε κάποιες περιπτώσεις γίνονταν καταδότες των φίλων τους.

Οι δασκάλες διάβαζαν παραμύθια φωναχτά προσπαθώντας να ακουστούν κάτω από τις μάσκες τους, ενώ οι έννοιες έφθαναν κάποιες φορές αλλιώτικα στ’ αυτιά, μα και στις συνειδήσεις, αλλοιώνοντας το νόημά τους.

Τα παιδιά έπαιζαν μόνα τους. Δεν υπήρχαν πια ομαδικά παιχνίδια. Δίσταζαν να εκφραστούν, να μιλήσουν, φοβούνταν να σκεφτούν, να αγγίξουν, να μοιραστούν, να αγκαλιαστούν, να γελάσουν, να κοιταχθούν κατά πρόσωπο. Μάθαιναν «να κρατούν αποστάσεις», να φοβούνται τους ίδιους τους τους φίλους. Οι άλλοι ήταν μάλλον «η κόλασή τους» (Σάρτρ), παρά ο παράδεισός τους. Υπήρχαν, βέβαια, και κάποιοι πιο τολμηροί, που κρύβονταν πίσω από τα δέντρα του προαυλίου (όπου είχαν απομείνει κι αυτά), για να κατεβάσουν τις μάσκες τους και να αγκαλιαστούν για λίγο. Δεν άνθιζαν πια λουλούδια στις αυλές· μα κι αν υπήρχαν, κανείς δεν θα μπορούσε να τα μυρίσει. Οι μαθητές συνήθιζαν στη θέα θλιμμένων, αγέλαστων, ανέκφραστων, χλωμών προσώπων που έμοιαζαν να αποτελούνται μόνο από μάτια…

Τέλος του εφιαλτικού παραμυθιού; Ή μήπως όχι;

Τον περασμένο αιώνα η μεγάλη Ιταλίδα παιδαγωγός Μαρία Μοντεσσόρι δηλώνει ότι «κανένα κοινωνικό πρόβλημα δεν είναι τόσο καθολικό, όσο η καταπίεση του παιδιού», ενώ παράλληλα διακηρύσσει: «Δεν είναι πειθαρχημένο ένα παιδί που είναι αναγκασμένο να μείνει μουγκό και ακίνητο. Είναι μηδενισμένο».

Ο σπουδαίος Ελβετός παιδαγωγός Pestalozzi, γνωστός ως «πατέρας της σύγχρονης Παιδαγωγικής», αλλά και ο Λέο Μπουσκάλια, έχοντας και οι δύο άσχημα παιδικά βιώματα από τους συμμαθητές τους και το ευρύτερο σχολικό και κοινωνικό πλαίσιο, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «η κοινωνία δημιουργεί τους ανάπηρους». Σύμφωνα με την Ψυχολογία, η αδυναμία εκλαμβάνεται από ένα παιδί ως αναπηρία. Η αδυναμία του παιδιού να μιλήσει κάτω από τη μάσκα του και να ακουστεί –ακόμη και να αναπνεύσει– αποτελεί όχι μόνο μια δυσάρεστη κατάσταση λόγω της έλλειψης άνεσης, αλλά και ένα είδος ματαίωσης. Ιδιαίτερη σημασία είχε αποδοθεί από τον μεγαλύτερο ίσως ανά τους αιώνες παιδαγωγό Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, στη χρήση των αισθήσεων για την πραγματοποίηση της μάθησης. Σύμφωνα με την Παιδαγωγική Ψυχολογία, ο ρόλος της ορμής για χρήση των αισθήσεων είναι βασικός. Ο άνθρωπος ωθείται από έντονη ορμή να χρησιμοποιεί τις αισθήσεις του (να αγγίζει, να βλέπει, να μυρίζει κλπ.). Γι’ αυτό και αισθάνεται ανυπόφορο το να έχει κλειστά τα μάτια ή τα αυτιά. Μάλιστα, η ματαίωση αυτή έχει συχνά ως αποτέλεσμα την επιθετικότητα.

Όλα αυτά συντελούν στην αποδυνάμωση της φαντασίας, της ομιλίας και της έκφρασης και σε μαρασμό, ενώ παράλληλα δεν αναπτύσσεται το αισθητικό κριτήριο, ώστε τα παιδιά να γίνουν ικανά να διακρίνουν.

Πειράματα που αφορούσαν στην ικανότητα της όρασης, απέδειξαν ότι οι εκ γενετής τυφλοί που βρήκαν την όρασή τους δυσκολεύονταν πολύ να προχωρήσουν πέρα από μια απλή οπτική διάκριση, ενώ χιμπατζήδες που μέχρι την ηλικία των 16 μηνών είχαν ανατραφεί στο σκοτάδι ήταν ανίκανοι να προσηλώσουν τα μάτια τους σε αντικείμενα, σε αντίθεση με τα φυσιολογικά ζώα της ίδιας ηλικίας.

Επιπλέον, ποντικοί που ανατράφηκαν σε απομόνωση και που τους έφεραν σε επαφή μεταξύ τους στο αποκορύφωμα της σεξουαλικής τους ανάπτυξης, εμφάνισαν υψηλό βαθμό σεξουαλικής διέγερσης, αλλά πολύ χαμηλό επίπεδο σεξουαλικής ικανότητας.

Οι έρευνες αυτές αποδεικνύουν πως το περιβάλλον που είναι πλουσιότερο σε ερεθισμούς δημιουργεί περισσότερο πολύπλοκη συμπεριφορά. Η πολυπλοκότητα της προσαρμογής ενός οργανισμού στο περιβάλλον του έχει άμεση εξάρτηση από την πολυπλοκότητα του νευρικού συστήματος και από το επίπεδο ανάπτυξης του εγκεφάλου.

Ταυτόχρονα, η αδυναμία έκφρασης του προσώπου –και η θέα αυτής– προκαλεί έλλειψη συγκίνησης και σύγχυση συναισθημάτων. Το χαμόγελο που κατά την Ψυχολογία έχει θεραπευτικούς σκοπούς και λειτουργεί χαλαρωτικά, ενώ παράλληλα παρέχει ασφάλεια και εμπιστοσύνη, δεν διακρίνεται κάτω από τη μάσκα. Πρόκειται λοιπόν για έναν ψυχικό διαμελισμό, για νέκρωση συναισθημάτων.

Η επιβράδυνση της ανάπτυξης του παιδιού και της μαθησιακής του ικανότητας ελλείψει της παρουσίας κοινωνικών ερεθισμάτων, το οδηγούν όχι απλά σε ανικανότητα, αλλά και σε σταδιακό «ευνουχισμό» του.

Στις τραγικές περιπτώσεις των χαμένων παιδιών που βρέθηκαν ύστερα από χρόνια να μεγαλώνουν έξω από ανθρώπινες κοινωνίες, όπως π.χ. το δωδεκάχρονο παιδί-αγρίμι του γαλλικού δάσους του Aveyron που παραδόθηκε σε Γάλλο γιατρό για τη διαπαιδαγώγησή του, του παιδιού του χωριού της Έσσης που είχε εξαφανιστεί από αμέλεια των γονιών του (1540) στην ηλικία των τριών χρόνων και βρέθηκε μετά από λίγα χρόνια να ζει με λύκους και τέλος της 13χρονης Αμερικανίδας Τζίνι που υπήρξε θύμα κακοποίησης από τον πατέρα της που την κρατούσε δεμένη σε καρέκλα, φορώντας της πάνες, χτυπώντας και τρομοκρατώντας την για να μη μιλά και να κάθεται φρόνιμη γαυγίζοντας και γρυλίζοντας μπροστά στο πρόσωπό της, φαίνονται οι καταστροφικές συνέπειες από την έλλειψη ερεθισμών κοινωνικής φύσεως.

Περαιτέρω εξετάσεις από ομάδα επιστημόνων επιβεβαίωσαν πως στην περίπτωση της μικρής Genie είχε προκληθεί εγκεφαλική βλάβη (το δεξί μέρος του εγκεφάλου λειτουργούσε, ενώ το αριστερό παρέμενε αδρανές σαν να έλειπε εντελώς) που επηρέαζε την ανάπτυξη του λόγου.

Επιπλέον, έρευνες του ψυχαναλυτή Rene Spitz σε παιδιά που ανατράφηκαν σε βρεφοκομείο, απέδειξαν την ελαττωματική φυσιολογική και ψυχολογική τους εξέλιξη και την απουσία ψυχικής και συναισθηματικής καλλιέργειας και ωρίμανσης, γιατί στα πρώτα χρόνια της ζωής τους είχαν στερηθεί επαρκή κοινωνικά ερεθίσματα. Ερευνήθηκαν 12 παιδιά, ηλικίας 2-4 ετών. Δεν είχαν κακή μεταχείριση. Αντιθέτως, είχαν εξαιρετική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ικανοποιητική τροφή και δεν έπασχαν από σωματική ασθένεια.

Από αυτά, τα πέντε ήταν εντελώς ανίκανα να βαδίσουν, ενώ και τα δώδεκα δεν μπορούσαν να φάνε με κουτάλι και μόνο ένα ήταν σε θέση να ντυθεί. Κανένα δεν κατάφερε να αυτοεξυπηρετηθεί. Έξι παιδιά δεν κατάφεραν να μιλήσουν, ενώ σωματικά εμφάνιζαν ηλικία του μισού της δικής τους.

Η παρατήρηση του ψυχογλωσσολόγου Eric Lenneberg σχετικά με τις διαδικασίες μάθησης της γλώσσας, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο ίδιος υποστήριξε ότι υπάρχει μια καθοριστική ηλικία για την κατάκτησή της, καθώς ο εγκέφαλος ωριμάζει και είναι κατά το μέγιστο εύπλαστος (εγκεφαλική πλαστικότητα) στα πρώτα χρόνια της ζωής. Η παιδική ηλικία είναι ένα στάδιο της ζωής στο οποίο είμαστε ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις αλλαγές, στα σημάδια που λαμβάνουμε από το περιβάλλον. Αν, λοιπόν, στην κρίσιμη περίοδο της γλώσσας (3-4 ετών) δεν δοθεί η κατάλληλη διέγερση, οι ικανότητες του παιδιού δεν θα αναπτυχθούν σωστά, ακυρώνοντας όλη την εξέλιξή του και καθιστώντας δύσκολη την προσαρμογή του στο κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι, βλάπτονται οι σχεσιακές ικανότητες, ακόμη και η κατασκευή της προσωπικής ταυτότητας.

Κατά τη νηπιακή-προσχολική ηλικία τίθεται ο πυρήνας της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του ανθρώπου, ενώ συνάμα συνεχίζεται η ανάπτυξη στον γλωσσικό, σωματικό και συναισθηματικό τομέα. Συντελείται, λοιπόν, νοητική και ψυχοκινητική εξέλιξη και κοινωνική ωρίμανση.

Από το 3ο ως το 6ο έτος (να σημειωθεί ότι από 3 ετών επιβάλλεται η μάσκα στη χώρα μας), το παιδί παίρνει πρωτοβουλίες και προβαίνει σε ενέργειες με ελευθερία, χωρίς να νιώθει εσωτερική ψυχική ένταση και ενοχή γι’ αυτές.

Με την είσοδό του στο σχολείο αναπτύσσει την έννοια της ομάδας (ομαλοποίηση). Η Ψυχολογία διδάσκει πως το παιδί δεν είναι νοητό, παρά μόνο ως «παίζον ον» (δεν είναι τυχαία, λοιπόν, η ταυτόσημη ετυμολογική προέλευση «παιδιού» και «παιχνιδιού»). Έχει αποδειχτεί ότι παιδιά που δεν έχουν εξέλιξη στο παιχνίδι, αργότερα παρουσιάζουν καθυστέρηση. Το παιχνίδι, εξάλλου, χρησιμοποιείται και ως θεραπευτικό μέσο, αφού –εκτός των άλλων– σχετίζεται με την εξωτερίκευση της έντασης και κένωσης του συσσωρευμένου συναισθηματικού φορτίου του παιδιού, ενώ συμβάλλει στην αφύπνιση των δημιουργικών δυνάμεών του.

Με την απαγόρευση του ομαδικού παιχνιδιού ως μέσου μόρφωσης και γενικότερης καλλιέργειας και την παράλληλη καταδίκη της φυσικής αγωγής (βλ. καθιέρωση της τηλεκπαίδευσης με τις ποικίλες παραμέτρους της π.χ. αδράνεια, καθιστική ζωή, απουσία επαφής κλπ.), το παιδί εξαναγκάζεται σε μια παθητικότητα, σε μια δυσαρμονική ανάπτυξη του σώματος και του πνεύματος. Όροι όπως ενθάρρυνση, πρωτοβουλία, ενίσχυση της αυτοπεποίθησης, ευγενής άμιλλα, αμοιβαία βοήθεια, αυτοεπιβεβαίωση ως βιολογική ανάγκη και πρωτίστως φιλία και συνεργασία καταπατούνται. Επιπρόσθετα, παράγοντες όπως η ανελευθερία, οι αυστηρές και απαγορευτικές εντολές και οι ασυνήθεις κοινωνικές συνθήκες, έχουν ως αποτέλεσμα το ερμητικό κλείσιμο του παιδιού στον εαυτό του, την περιορισμένη κινητικότητα, την αύξηση της επιθετικότητας, την καταπίεση, το άγχος, τον ψυχικό και σωματικό μαρασμό, τη μοναξιά, τον φόβο, ακόμη και τη νεύρωση. Κι όλα αυτά συντελούνται σε ηλικία που ο ψυχισμός του παιδιού είναι ακόμη αδιαμόρφωτος, δεκτικός και ευάλωτος. Αυτό επιβεβαιώνεται και σε λόγια του Μεγάλου Βασιλείου, αλλά και μέσα από τη χρυσοστομική παιδαγωγική σκέψη.

Συμπληρωματικά, βάσει της αρχής του Thorndike «Η μάθηση είναι σύνδεση», επιδιώκεται πλύση εγκεφάλου υπό το πρίσμα του φόβου, με πρόσχημα την «αόρατη απειλή» και την προστασία της υγείας. Η προβολή και επιβολή χρήσης μάσκας γίνεται εθισμός, βίωμα στα παιδικά μάτια και μυαλά. Αυτό, άλλωστε, επαληθεύεται και από το γεγονός που παρατηρείται πως τα παιδιά εξακολουθούν να φορούν τη μάσκα ακόμη και αφού μπουν στο αυτοκίνητο, αφού δηλαδή απομακρυνθούν από το σχολείο. (Σε αυτό φυσικά έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης και οι γονείς).

Σύμφωνα με την Ψυχολογία της μάθησης, ο άνθρωπος φοβάται κατά κύριο λόγο αυτά που μαθαίνει να φοβάται και εθίζεται στον φόβο. Το  παρακάτω πείραμα του N.E.Miller ενισχύει αυτή την πραγματικότητα: Σε ένα κιβώτιο χωρισμένο σε δύο διαμερίσματα, το αριστερό και το δεξιό που δεν συγκοινωνούσαν μεταξύ τους, τοποθέτησε ποντίκια. Στο αριστερό διαμέρισμα διοχέτευε ηλεκτρικές εκκενώσεις (shock). Tα ποντίκια που δεν είχαν την ευκαιρία να διαφύγουν αντιδρούσαν με εκδηλώσεις πόνου και φόβου: πηδούσαν από εδώ κι από εκεί, αφόδευαν κ.ο.κ. Οι ηλεκτρικές εκκενώσεις επαναλήφθηκαν μερικές φορές και τα ποντίκια άρχισαν να φοβούνται το αριστερό διαμέρισμα κι όταν ακόμα δεν δέχονταν πια ηλεκτρικές εκκενώσεις. Όταν αργότερα διευθετήθηκε από τον πειραματιστή ένα είδος περάσματος μεταξύ των δύο διαμερισμάτων, τα ποντίκια έμαθαν να εγκαταλείπουν το αριστερό διαμέρισμα και να τρέχουν προς το δεξιό, στο οποίο δεν δέχονταν ποτέ ηλεκτρικές εκκενώσεις. Αυτό συνέβαινε κι όταν ακόμη αυτά δεν δέχονταν ηλεκτρική εκκένωση στο αριστερό διαμέρισμα.

Στον αντίποδα του φόβου, ο Pestalozzi  τονίζει τη δύναμη και αξία που έχει η μάθηση όταν συνδυάζεται με τη χαρά. Όπως η Μontessori και ο Cousinet, έτσι κι αυτός θεωρεί την αγωγή σαν μια «υγιεινή». Η ευχάριστη και ελεύθερη έκφραση της γλώσσας και των συναισθημάτων προάγουν την εκπαιδευτική διαδικασία.

Εντύπωση προκαλεί το πείραμα του βασιλιά της Ιταλίας Φρειδερίκου Β΄, ο οποίος έκλεισε βρέφη σε ένα δωμάτιο, χωρίς να έρθουν σε επαφή με ανθρώπους, ώστε να ανακαλύψει αν τα παιδιά μπορούσαν να μιλήσουν τη μητρική τους γλώσσα. Ο Αυτοκράτορας δεν ήθελε να ακούσουν τα βρέφη ποτέ ανθρώπινη φωνή, ώστε όταν φθάσουν σε κατάλληλη ηλικία να μιλήσουν, για να μάθει σε ποια γλώσσα μίλησε ο Θεός στον Αδάμ και την Εύα. Έβαλε μάλιστα νοσοκόμες να τα θηλάζουν σαν κανονικά παιδιά, αλλά με εντολή να μην τους μιλήσουν ποτέ, ώστε να αποτραπεί κάθε ενδεχόμενο να μιμηθούν την ανθρώπινη φωνή. Το πείραμα απέτυχε, καθώς τα βρέφη πέθαναν, μην μπορώντας να μεγαλώσουν υπό τέτοιες συνθήκες.

Ο Λέο Μπουσκάλια περιγράφει την ανάγκη του ανθρώπου για αγάπη και στοργή, αναφέροντας μελέτες του Σκιλς σε ορφανοτροφείο με εγκαταλειμμένα παιδιά. Ο Σκιλς είχε παρατηρήσει ότι τα παιδιά που έμεναν μόνα τους στο ίδρυμα γίνονταν όλο και πιο απαθή, μέχρι που στο τέλος κατέληγαν να είναι αδιάφορα. Κι ενώ ο δείκτης νοημοσύνης τους ήταν απόλυτα φυσιολογικός μπαίνοντας στο ίδρυμα, έφταναν ξαφνικά σε βαριά καθυστέρηση. Ο ίδιος, πήρε λοιπόν 12 παιδιά από το ορφανοτροφείο, αφήνοντας πίσω τα υπόλοιπα και τα πήγε σε άλλο ίδρυμα με καθυστερημένες έφηβες, δίνοντας από ένα στην καθεμιά. Αυτές τα αγάπησαν και δέθηκαν μαζί τους σε υπερβολικό βαθμό.

Το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν συγκλονιστικό: τα παιδιά που έμειναν πίσω στο ορφανοτροφείο κατέληξαν να είναι σε ψυχωσική κατάσταση σε ψυχιατρικό ίδρυμα ή βαριά καθυστερημένα σε κρατικό ίδρυμα, ενώ, αντίθετα, εκείνα που ανατράφηκαν από τα καθυστερημένα κορίτσια, τελείωσαν όλα το Γυμνάσιο, παντρεύτηκαν και αυτοσυντηρούνταν. Η μόνη μεταβλητή ήταν η συνταρακτική αλήθεια πως «κάποιος με κοίταξε, κάποιος με άγγιξε, κάποιος με ακούμπησε, κάποιος ενδιαφέρθηκε για μένα…».

Κι αν όσα αναφέρθηκαν στο παρόν κείμενο φαντάζουν σε κάποιους υπερβολικά, αρκεί μόνο να αναφέρουμε ένα αληθινό περιστατικό που συνέβη πρόσφατα σε κάποιο νηπιαγωγείο. Ζητήθηκε, λοιπόν, από τα παιδιά να ζωγραφίσουν τη δασκάλα τους. Όλα ανεξαιρέτως τη ζωγράφισαν χωρίς στόμα. Όταν η ίδια πήρε τις ζωγραφιές, σοκαρισμένη πέταξε τη μάσκα της και με δακρυσμένα μάτια τούς είπε: «Παιδιά, κοιτάξτε, φοράω κόκκινο κραγιόν! Πάρτε, λοιπόν, τις ζωγραφιές σας πάλι και ζωγραφίστε κατακόκκινα τα χείλη μου!».

Σε μια ζοφερή, ανελεύθερη, σχεδόν ανέλπιδη πραγματικότητα, ο άνθρωπος οφείλει να θυμάται πως αποτελεί εικόνα του Θεού και έχει προορισμό το «καθ’ ὁμοίωσιν». Μπροστά του τίθεται ως πρόκληση η ελευθερία του, όπως αυτή εμφαίνεται στον γνωστό από την «Πολιτεία» του Πλάτωνα «Μύθο του Σπηλαίου». Το διαχρονικό του μήνυμα ας σταθεί μήνυμα αφύπνισης: Σε ένα σπήλαιο κάτω από τη γη βρίσκονται μερικοί άνθρωποι αλυσοδεμένοι με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορούν να δουν μόνο τον απέναντί τους τοίχο, χωρίς να μπορούν να κοιτάξουν πίσω, δεξιά και αριστερά. Πίσω τους, ωστόσο, βρίσκεται μια αναμμένη φωτιά με αποτέλεσμα να μπορούν να δουν σαν σκιά στον τοίχο απέναντί τους όσα διαδραματίζονται πίσω τους, θεωρώντας αυτά τα απεικάσματα (πουλιά, ανθρώπους κ.ά.) ως τη μόνη αλήθεια, αφού είναι τα μόνα πράγματα που έχουν δει στη ζωή τους. Αν κάποιος από τους δεσμώτες απελευθερωνόταν και έβγαινε από τη σπηλιά στο φως του ήλιου, θα τυφλωνόταν αρχικά από τη λάμψη του και δεν θα του ήταν εύκολο να δει και να πιστέψει αυτά που εμείς θεωρούμε ως αληθινά. Θα έπρεπε σταδιακά να συνηθίσει και τότε θα καταλάβαινε πως εκεί, στον πάνω κόσμο, βρισκόταν η αλήθεια και θα έτρεχε να τη διακηρύξει πίσω στους συνδεσμώτες του. Εκείνοι όμως θα τον κορόιδευαν γιατί πια δεν θα έβλεπε όπως αυτοί και αν μπορούσαν θα τον σκότωναν που προσπαθούσε να τους δείξει μια πραγματικότητα έξω από τη δική τους. Ωστόσο, ο απελευθερωμένος δεσμώτης, γυρνώντας στον όντως κόσμο, θα είχε κάνει το καθήκον του: να προσπαθήσει να κηρύξει την αλήθεια που ελευθερώνει, όποιο κι αν ήταν το τίμημα…

Έχει λεχθεί ότι: «Η δουλεία εξευτελίζει τους ανθρώπους μέχρι σημείου να τους κάνει να την αγαπούν» (Βωβενάργκ).

Στο χέρι μας είναι να κάνουμε τη διαφορά.

Πρεσβυτέρα Ελένη Αργυροπούλου-Σαραφοπούλου

πτυχ. Θεολογίας

 

 

Διαβάστε επίσης:

Επικαιρότητα

Ελεύθερη Πένα

Αθλητικά Νέα

Αφήστε το σχόλιο σας

σχόλιο

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments