Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά στην εφαρμογή του λεγόμενου Ψηφιακού Διαβατηρίου Προϊόντων, παρουσιάζοντάς το ως εργαλείο βιωσιμότητας, ανακύκλωσης και καλύτερης ενημέρωσης του καταναλωτή. Στα χαρτιά, το επιχείρημα ακούγεται λογικό: να γνωρίζεις από τι αποτελείται ένα προϊόν, πώς κατασκευάστηκε, αν επισκευάζεται και πώς ανακυκλώνεται.
Πίσω όμως από αυτή τη φαινομενικά αθώα λογική, στήνεται μια νέα ψηφιακή υποδομή για ολόκληρη την αγορά αγαθών. Κάθε προϊόν που θα υπάγεται στο σύστημα θα αποκτά μοναδική ψηφιακή ταυτότητα, θα συνδέεται με τον υπεύθυνο οικονομικό φορέα και θα είναι καταχωρισμένο σε ευρωπαϊκό μητρώο. Οι αρχές εποπτείας και τα τελωνεία θα μπορούν να ελέγχουν ηλεκτρονικά αν διαθέτει έγκυρο διαβατήριο και αν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις.
Το μητρώο λειτουργεί ήδη από τις 20 Ιουλίου 2026, ενώ από τις 18 Φεβρουαρίου 2027 το DPP θα γίνει υποχρεωτικό για συγκεκριμένες μεγάλες μπαταρίες, όπως εκείνες ηλεκτρικών οχημάτων. Στη συνέχεια, το πεδίο ανοίγει για χάλυβα, κλωστοϋφαντουργικά, δομικά υλικά, έπιπλα, ελαστικά και άλλα προϊόντα.
Ας είμαστε ακριβείς: δεν υπάρχει σήμερα στοιχείο ότι η ΕΕ θα παρακολουθεί τον πολίτη που αγόρασε ένα προϊόν, ούτε ότι το διαβατήριο θα λειτουργεί ως GPS. Όμως το κρίσιμο δεν είναι μόνο τι εφαρμόζεται σήμερα, αλλά ποια υποδομή δημιουργείται για αύριο.
Όταν κάθε αγαθό αποκτά ψηφιακή ταυτότητα, καταχώριση, ιστορικό δεδομένων και δυνατότητα αυτοματοποιημένου ελέγχου, η αγορά μετατρέπεται σταδιακά σε έναν χώρο όπου τίποτα δεν κυκλοφορεί χωρίς ψηφιακή άδεια συμμόρφωσης. Σήμερα το λένε «πράσινη μετάβαση». Αύριο, ποιος θα αποφασίζει ποιο προϊόν επιτρέπεται να υπάρχει στην αγορά και με ποιους όρους;

















