Οι δηλώσεις του Γερμανού υπουργού Άμυνας Μπόρις Πιστόριους, ο οποίος απέδωσε στον Ντόναλντ Τραμπ την ευθύνη για την κρίση στα Στενά του Ορμούζ, ανοίγουν μια ευρύτερη συζήτηση. Όχι μόνο για το ποιος φέρει την ευθύνη των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, αλλά και για το κατά πόσο η Ευρώπη εφαρμόζει ενιαία στάση απέναντι στις πολεμικές συγκρούσεις.
Ο Πιστόριους υποστήριξε ότι προτεραιότητα αποτελεί η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, προκειμένου να διασφαλιστεί η ενεργειακή τροφοδοσία και να περιοριστούν οι οικονομικές επιπτώσεις. Πρόκειται ασφαλώς για έναν θεμιτό στόχο. Κάθε αποκλιμάκωση που αποτρέπει νέες συγκρούσεις και μειώνει το κόστος για τους λαούς είναι καλοδεχούμενη.
Το ερώτημα όμως που προκύπτει είναι διαφορετικό. Αν η ειρήνη αποτελεί θεμελιώδη αξία της ευρωπαϊκής πολιτικής, τότε γιατί η ίδια αποφασιστικότητα δεν εκδηλώνεται με την ίδια ένταση και σε άλλα πολεμικά μέτωπα;
Στην Ουκρανία, για παράδειγμα, η δημόσια συζήτηση στην Ευρώπη επικεντρώνεται εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα κυρίως στη στρατιωτική στήριξη, στις κυρώσεις και στη συνέχιση της πίεσης προς τη Ρωσία. Αντίθετα, όταν η κρίση αφορά τα Στενά του Ορμούζ και απειλεί άμεσα την ενεργειακή ασφάλεια, τις τιμές των καυσίμων και την ευρωπαϊκή οικονομία, οι εκκλήσεις για αποκλιμάκωση γίνονται ιδιαίτερα έντονες.
Αυτό δημιουργεί την εντύπωση ότι η ειρήνη δεν αντιμετωπίζεται πάντα ως σταθερή αρχή, αλλά ενίοτε ως επιλογή που εξαρτάται από τις οικονομικές ή γεωπολιτικές συνέπειες κάθε σύγκρουσης. Και αυτή η εικόνα γεννά εύλογα ερωτήματα στους πολίτες.
Η ειρήνη, όμως, δύσκολα μπορεί να είναι επιλεκτική. Αν αποτελεί πραγματική πολιτική αξία, τότε οφείλει να επιδιώκεται με συνέπεια, ανεξάρτητα από το ποια περιοχή του κόσμου βρίσκεται στο επίκεντρο ή ποια συμφέροντα επηρεάζονται περισσότερο. Διαφορετικά, η επίκλησή της κινδυνεύει να εκληφθεί όχι ως σταθερή θέση αρχών, αλλά ως εργαλείο που χρησιμοποιείται ανάλογα με τις περιστάσεις.














