Η συζήτηση γύρω από τη μαζική μετανάστευση και τη δημογραφική αλλαγή στην Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως ένα περιθωριακό θέμα που αφορά μόνο συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους. Όταν σε μια περιοχή όπως η Φλάνδρα, στο Βέλγιο, πάνω από τους μισούς πολίτες δηλώνουν ότι φοβούνται πως σταδιακά αντικαθίστανται πληθυσμιακά, τότε είναι ξεκάθαρο πως μιλάμε για μια βαθιά κοινωνική ανησυχία που αγγίζει ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας.
Για χρόνια, όποιος τολμούσε να μιλήσει για αλλοίωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας ή για συνέπειες της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης, στιγματιζόταν αυτόματα ως “ακραίος” ή “συνωμοσιολόγος”. Ωστόσο, οι ίδιες οι κοινωνίες της Ευρώπης αρχίζουν πλέον να εκφράζουν ανοιχτά τους φόβους τους. Δεν πρόκειται μόνο για στατιστικά στοιχεία ή πολιτικές αναλύσεις. Πρόκειται για ανθρώπους που βλέπουν τις γειτονιές τους να αλλάζουν, τα σχολεία να μεταμορφώνονται και τις πολιτιστικές αναφορές που γνώριζαν να υποχωρούν χρόνο με τον χρόνο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι οι ανησυχίες αυτές δεν περιορίζονται μόνο στις μεγαλύτερες ηλικίες. Ακόμα και νέοι άνθρωποι δηλώνουν ότι αισθάνονται αβεβαιότητα για το μέλλον της χώρας τους και της πολιτιστικής τους ταυτότητας. Αυτό δείχνει πως η συζήτηση δεν είναι απλώς μια “νοσταλγία των παλαιότερων”, αλλά ένα ζήτημα που αγγίζει πλέον όλες τις γενιές.
Την ίδια στιγμή, πολλοί Ευρωπαίοι νιώθουν ότι οι πολιτικές και μιντιακές ελίτ αρνούνται να ακούσουν αυτές τις ανησυχίες. Αντί να υπάρξει ένας ανοιχτός διάλογος, συχνά επιχειρείται η απαξίωση όσων εκφράζουν προβληματισμό. Όμως η κοινωνική πίεση δεν εξαφανίζεται επειδή κάποιοι επιλέγουν να τη χαρακτηρίσουν “θεωρία συνωμοσίας”. Αντίθετα, μεγαλώνει ακόμα περισσότερο.
Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή. Από τη μία πλευρά υπάρχουν όσοι θεωρούν ότι η πολυπολιτισμικότητα αποτελεί μονόδρομο και ότι οι δημογραφικές αλλαγές είναι κάτι φυσιολογικό. Από την άλλη, υπάρχουν εκατομμύρια Ευρωπαίοι που αισθάνονται ότι χάνουν σταδιακά την πολιτιστική και ιστορική συνέχεια των πατρίδων τους.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι να μπορεί αυτή η συζήτηση να γίνεται ελεύθερα. Χωρίς λογοκρισία, χωρίς ταμπέλες και χωρίς φόβο κοινωνικού αποκλεισμού. Διότι όταν οι κοινωνίες δεν μπορούν να εκφράσουν ανοιχτά τις ανησυχίες τους, τότε η κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα γίνεται ακόμα βαθύτερη.














