Η συζήτηση για τη λεγόμενη «ενεργειακή μετάβαση» συχνά παρουσιάζεται ως ένα μεγάλο βήμα για την προστασία του πλανήτη. Ωστόσο, ορισμένα στοιχεία που έρχονται στο φως προκαλούν σοβαρά ερωτήματα για το πραγματικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα αυτής της πολιτικής. Σύμφωνα με έρευνες, κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες δέντρα στον Αμαζόνιο κόβονται προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της παγκόσμιας βιομηχανίας αιολικής ενέργειας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το ξύλο μπάλσα, ένα εξαιρετικά ελαφρύ αλλά ανθεκτικό τροπικό ξύλο που χρησιμοποιείται στην κατασκευή των μεγάλων πτερυγίων των ανεμογεννητριών. Για την παραγωγή ενός μόνο σετ τριών πτερυγίων μπορεί να χρειαστεί η κοπή έως και 40 δέντρων. Το Εκουαδόρ, που αποτελεί τον βασικό εξαγωγέα μπάλσα παγκοσμίως, αποστέλλει κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες τόνους αυτού του ξύλου, με μεγάλο μέρος να καταλήγει απευθείας στη βιομηχανία της αιολικής ενέργειας.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό όταν λαμβάνεται υπόψη ότι σημαντικό ποσοστό αυτής της ξυλείας προέρχεται από παράνομη υλοτομία σε περιοχές του παρθένου τροπικού δάσους. Εκθέσεις διεθνών οργανισμών αναφέρουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έως και το μισό των εξαγωγών μπορεί να σχετίζεται με παράνομες δραστηριότητες. Αυτό σημαίνει ότι κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες ώριμα δέντρα εξαφανίζονται από το οικοσύστημα του Αμαζονίου.
Παράλληλα, η ζήτηση για μπάλσα αυξήθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω της ταχείας ανάπτυξης της αιολικής ενέργειας σε μεγάλες οικονομίες όπως η Κίνα. Το γεγονός αυτό έχει δημιουργήσει έναν τεράστιο οικονομικό κύκλο γύρω από την παραγωγή των υλικών για ανεμογεννήτριες.
Η συζήτηση, λοιπόν, δεν αφορά μόνο την παραγωγή «πράσινης» ενέργειας, αλλά και το κατά πόσο λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιβαλλοντικές συνέπειες που προκύπτουν από την κατασκευή των σχετικών υποδομών.














