Σχεδόν ένας στους πέντε πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται αντιμέτωπος με τον κίνδυνο φτώχειας. Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν μια σκληρή πραγματικότητα: 93,3 εκατομμύρια άνθρωποι εντός της ΕΕ θεωρούνται ότι απειλούνται από φτωχοποίηση.
Το μέγεθος του προβλήματος προκαλεί έντονο προβληματισμό, ιδιαίτερα σε χώρες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν οικονομικές ατμομηχανές της Ευρώπης. Η Γερμανία, που επί δεκαετίες αποτελούσε πρότυπο σταθερότητας και ανάπτυξης, εμφανίζεται πλέον να κινείται στον μέσο όρο της Ένωσης, με αυξημένες κοινωνικές πιέσεις.
Η επιδείνωση της κοινωνικής κατάστασης καταγράφεται κυρίως από την εποχή του κορωνοϊού και έπειτα. Το αυξημένο κόστος διαβίωσης, η ενεργειακή επιβάρυνση, οι ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά και η γενικότερη επιβράδυνση της οικονομίας έχουν πλήξει ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού. Παρά τις εξαγγελίες των Βρυξελλών περί «καταπολέμησης της φτώχειας», οι επικριτές των ευρωπαϊκών πολιτικών υποστηρίζουν ότι συγκεκριμένες επιλογές συνέβαλαν στην επιδείνωση της κατάστασης.
Στο πλαίσιο αυτό, ο πολιτικός του AfD, Petr Bystron, αποδίδει σαφείς ευθύνες στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Όπως υποστηρίζει, η διαχείριση του μεταναστευτικού, η ενεργειακή μετάβαση και η οικονομική στήριξη προς το Κίεβο έχουν επιβαρύνει σημαντικά τον γερμανικό προϋπολογισμό, οδηγώντας σε αυξημένο δημόσιο χρέος και κοινωνικές πιέσεις.
Ο ίδιος διατυπώνει την άποψη ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε επίπεδο ΕΕ έχουν άμεσες επιπτώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών, τονίζοντας πως «το δηλητήριο προέρχεται από τις Βρυξέλλες».














