Υπάρχουν στιγμές που δεν προκαλούν απλώς αισθητική διαφωνία. Προκαλούν πολιτισμικό σοκ. Η φετινή ελληνική παρουσία στη Eurovision ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Και το ζήτημα δεν είναι αν μας αρέσει ή όχι ένα τραγούδι. Το ζήτημα είναι τι ακριβώς νομίζουμε ότι εκπροσωπούμε ως χώρα.
Η Eurovision έχει εδώ και χρόνια απομακρυνθεί από κάθε έννοια μουσικού διαγωνισμού. Δεν πρόκειται πλέον για μελωδία, σύνθεση ή καλλιτεχνική πρόταση. Πρόκειται για κάτι, όπου η πρόκληση ανταμείβεται περισσότερο από την τέχνη και η υπερβολή βαφτίζεται δημιουργικότητα. Η ουσία έχει εκτοπιστεί. Η εικόνα έχει γίνει αυτοσκοπός.
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα συμμετέχει σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Σαν να είναι αυτονόητο ότι πρέπει να παίξουμε το παιχνίδι μέχρι τέλους, ακόμη κι αν το ίδιο το παιχνίδι έχει χάσει κάθε πολιτισμική σοβαρότητα. Το ερώτημα δεν είναι γιατί στείλαμε τη συγκεκριμένη συμμετοχή. Το ερώτημα είναι γιατί συνεχίζουμε να στέλνουμε οτιδήποτε.
Ποια ανάγκη εξυπηρετεί πλέον η παρουσία μας σε έναν θεσμό που θυμίζει περισσότερο πανευρωπαϊκό καρναβάλι παρά μουσικό γεγονός; Τι κερδίζει η ελληνική κουλτούρα από αυτή τη συμμετοχή; Προβολή; Αναγνώριση; Καλλιτεχνική ανταλλαγή; Ή απλώς λίγα λεπτά τηλεοπτικού εντυπωσιασμού που εξαφανίζονται την επόμενη μέρα;
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο βαριά αν θυμηθούμε ότι μόλις πρόσφατα τιμήσαμε μια χρονιά αφιερωμένη στον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη — δύο σύμβολα μουσικού πολιτισμού που μιλούσαν για ουσία, μέτρο και δημιουργία. Από τη μια πλευρά επικαλούμαστε την κληρονομιά τους. Από την άλλη, συμμετέχουμε αδιαμαρτύρητα σε έναν διαγωνισμό όπου η έννοια της μουσικής έχει σχεδόν καταργηθεί.
Δεν πρόκειται για συντηρητισμό. Πρόκειται για κριτήριο. Κάθε κοινωνία έχει δικαίωμα να αναρωτιέται τι προβάλλει ως πολιτιστικό της πρόσωπο. Όταν η αισθητική υποχωρεί μπροστά στον θόρυβο και η πρόκληση παρουσιάζεται ως πρόοδος, τότε δεν μιλάμε για εξέλιξη — μιλάμε για σύγχυση.
Ίσως, λοιπόν, το πιο ειλικρινές ερώτημα δεν είναι αν θα περάσουμε στον τελικό. Ίσως το ερώτημα είναι αν αξίζει να συμμετέχουμε σε έναν θεσμό που δεν εκφράζει πια τίποτα από αυτό που κάποτε υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε.














