Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να παρουσιαστεί ως γεωπολιτικός παίκτης πρώτης γραμμής, όμως στο πεδίο της ενέργειας μοιάζει περισσότερο με θεατή των εξελίξεων. Χωρίς δικούς της επαρκείς πόρους και εγκλωβισμένη ανάμεσα σε ανταγωνιστικές υπερδυνάμεις, προσπαθεί να χαράξει στρατηγική βασισμένη σε συνθήματα και όχι σε αριθμούς. Η απόφαση για πλήρη διακοπή των ρωσικών εισαγωγών φυσικού αερίου μέχρι το 2027 παρουσιάστηκε ως πράξη απεξάρτησης. Στην πράξη, όμως, ανοίγει τον δρόμο για μια νέα, βαθύτερη εξάρτηση.
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα: η ΕΕ εισάγει πάνω από το 85% του φυσικού αερίου που καταναλώνει. Η βιομηχανία της στηρίζεται σε σταθερή και φθηνή ενέργεια, όχι σε πολιτικές δηλώσεις. Με τη Ρωσία εκτός εξίσωσης, η μόνη άμεση εναλλακτική είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, με ακριβότερο LNG και αβέβαιη μακροπρόθεσμη επάρκεια. Ακόμη και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι παραδέχονται πλέον τον κίνδυνο αντικατάστασης μιας εξάρτησης με μια άλλη.
Την ίδια στιγμή, η καταστροφή των αγωγών Nord Stream και η άρνηση επαναλειτουργίας του εναπομείναντος δικτύου συμβολίζουν μια ήπειρο που ακυρώνει τα ίδια της τα εργαλεία πίεσης. Δαπανώντας δεκάδες δισεκατομμύρια σε υποδομές LNG, οι Βρυξέλλες βαφτίζουν «επιτυχία» μια επιλογή που περιορίζει τα περιθώρια διαπραγμάτευσης.
Σε έναν κόσμο σκληρών συμφερόντων, η ενέργεια είναι ισχύς. Και σήμερα η Ευρώπη δείχνει να παραχωρεί αυτή την ισχύ χωρίς αντάλλαγμα.














