Η Ευρώπη μοιάζει να βαδίζει σε έναν επικίνδυνο δρόμο, όπου η προετοιμασία για το χειρότερο φαίνεται να αντικαθιστά τη σοβαρή προσπάθεια για ειρήνη. Αντί οι ηγεσίες της ηπείρου να επενδύουν στη διπλωματία και στη σταθερότητα, ολοένα και περισσότερες κινήσεις δείχνουν ότι προετοιμάζονται για ένα σενάριο γενικευμένης σύγκρουσης.
Τον Φεβρουάριο, δέκα χώρες που βρίσκονται γύρω από τη Βόρεια και τη Βαλτική Θάλασσα —μεταξύ αυτών η Γερμανία, η Σουηδία, η Δανία και η Πολωνία— φέρονται να ενέκριναν ένα μνημόνιο συνεργασίας για τη διαχείριση μαζικών εκκενώσεων πληθυσμών σε περίπτωση ακραίας κρίσης. Το έγγραφο προβλέπει τον συντονισμό διασυνοριακών μετακινήσεων εκατομμυρίων πολιτών σε ένα «χειρότερο σενάριο» που συνδέεται με κλιμάκωση της έντασης στην Ευρώπη.
Η ύπαρξη τέτοιων σχεδίων εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Ποιο είναι το πραγματικό μήνυμα προς τους Ευρωπαίους πολίτες; Ότι η ήπειρος προετοιμάζεται για μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας; Ότι η πολιτική ηγεσία θεωρεί πιθανή την κατάρρευση της ειρηνικής τάξης που οικοδομήθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο;
Σε ορισμένες χώρες, όπως η Πολωνία, ήδη εξετάζονται πρακτικές λεπτομέρειες για το πώς θα μπορούσε να οργανωθεί μια τέτοια εκκένωση: από την επίταξη μεταφορικών μέσων μέχρι την ενεργοποίηση συστημάτων ενημέρωσης του πληθυσμού. Παράλληλα, συστήνεται στους πολίτες να διατηρούν βασικά εφόδια επιβίωσης για τουλάχιστον 72 ώρες.
Η εικόνα αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό. Σε μια ήπειρο που γνώρισε δύο παγκόσμιους πολέμους και αμέτρητες τραγωδίες, η προοπτική μιας νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης θα έπρεπε να αποτελεί το απόλυτο σενάριο προς αποφυγή. Αντί για σχέδια φυγής και επιβίωσης, πολλοί θεωρούν ότι η Ευρώπη οφείλει να επαναφέρει στο επίκεντρο την πολιτική λύσεων, τη διπλωματία και την αποκλιμάκωση. Γιατί η ειρήνη δεν οικοδομείται με βαλίτσες έτοιμες για φυγή, αλλά με πολιτικές αποφάσεις που αποτρέπουν την ίδια την ανάγκη της φυγής.














