Τα τελευταία χρόνια η επιστήμη κάνει άλματα σε έναν τομέα που μέχρι πριν από λίγο καιρό ανήκε περισσότερο στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας: τη διασύνδεση ανθρώπινου εγκεφάλου και υπολογιστή. Τα λεγόμενα Brain-Computer Interfaces, δηλαδή τεχνολογίες που επιτρέπουν στον εγκέφαλο να επικοινωνεί απευθείας με μια ηλεκτρονική συσκευή, βρίσκονται πλέον στο στάδιο των πρώτων εφαρμογών.
Πρόκειται για συστήματα που αναπτύσσονται σε πανεπιστήμια και εταιρείες τεχνολογίας, με βασικό στόχο την ιατρική χρήση. Η δυνατότητα, για παράδειγμα, ένας άνθρωπος με παράλυση να μπορεί να κινεί έναν υπολογιστή ή ένα τεχνητό μέλος μόνο με τη σκέψη του, αποτελεί μια πραγματική επανάσταση για την ιατρική επιστήμη. Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλα ερευνητικά προγράμματα και ιδιωτικές εταιρείες επενδύουν ήδη σε αυτή την κατεύθυνση.
Όμως μαζί με τις δυνατότητες αυτές αναδύονται και σοβαροί προβληματισμοί. Και οι προβληματισμοί αυτοί δεν είναι μόνο επιστημονικοί. Είναι βαθιά ηθικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί.
Πρώτα απ’ όλα τίθεται το ζήτημα της βιοηθικής. Μέχρι σήμερα οι ιατρικές παρεμβάσεις στόχευαν στην αποκατάσταση μιας βλάβης. Τι συμβαίνει όμως όταν μια τεχνολογία μπορεί όχι μόνο να θεραπεύσει, αλλά και να «ενισχύσει» τις ανθρώπινες δυνατότητες; Πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στη θεραπεία και στη βελτίωση του ανθρώπου; Και ποιος θα το καθορίσει αυτό;
Ένα δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά την ιδιωτικότητα. Οι νέες αυτές τεχνολογίες βασίζονται στην καταγραφή και επεξεργασία νευρικών σημάτων του εγκεφάλου. Με απλά λόγια, μιλάμε για δεδομένα που προέρχονται απευθείας από τη λειτουργία του ανθρώπινου νου. Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι απλό αλλά κρίσιμο: ποιος θα έχει πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα; Θα ανήκουν αποκλειστικά στον άνθρωπο που φέρει τη συσκευή ή θα μπορούν να αναλύονται και από εταιρείες και πλατφόρμες;
Η συζήτηση αυτή έχει ήδη οδηγήσει ορισμένους επιστήμονες να μιλούν για την ανάγκη δημιουργίας νέων δικαιωμάτων, των λεγόμενων νευροδικαιωμάτων. Δηλαδή ενός νομικού πλαισίου που θα προστατεύει τον άνθρωπο από την πιθανότητα εκμετάλλευσης των δεδομένων του εγκεφάλου του.
Ένα τρίτο πεδίο προβληματισμού αφορά τις κοινωνικές συνέπειες. Αν τέτοιες τεχνολογίες γίνουν κάποτε εμπορικά διαθέσιμες, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί μια νέα μορφή ανισότητας. Δηλαδή μια κοινωνία όπου ορισμένοι άνθρωποι θα έχουν πρόσβαση σε τεχνολογίες που ενισχύουν τις δυνατότητές τους, ενώ άλλοι θα παραμένουν εκτός αυτής της εξέλιξης. Μια τέτοια προοπτική ανοίγει μια ολόκληρη συζήτηση για το μέλλον της ανθρώπινης κοινωνίας.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση που δεν μπορεί να αγνοηθεί: η γεωπολιτική και στρατιωτική χρήση τέτοιων τεχνολογιών. Σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες δυνάμεις ανταγωνίζονται για τεχνολογική υπεροχή, είναι βέβαιο ότι οποιαδήποτε καινοτομία μπορεί να αποκτήσει και στρατηγική σημασία. Η δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας ανθρώπου και μηχανής ή ο χειρισμός συστημάτων μέσω σκέψης αποτελούν αντικείμενο έρευνας σε διάφορα προγράμματα.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η τεχνολογία αυτή είναι απαραίτητα αρνητική. Αντίθετα, μπορεί να προσφέρει τεράστια οφέλη στην ιατρική και στην ποιότητα ζωής πολλών ανθρώπων. Όμως η ιστορία έχει δείξει ότι κάθε μεγάλη τεχνολογική επανάσταση συνοδεύεται και από νέες προκλήσεις.
Για τον λόγο αυτό η συζήτηση γύρω από τις νέες αυτές τεχνολογίες δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στους επιστήμονες και στις εταιρείες. Είναι μια συζήτηση που αφορά ολόκληρη την κοινωνία. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον άνθρωπο, την ελευθερία του και τα όρια της τεχνολογικής παρέμβασης στη ζωή του.
Η πρόοδος της επιστήμης είναι αναπόφευκτη. Το ερώτημα όμως που παραμένει ανοιχτό είναι άλλο: ποιος θα θέσει τους κανόνες αυτής της προόδου και με ποια κριτήρια.
Και αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο στα εργαστήρια. Αφορά την πολιτική, την κοινωνία και τελικά τον ίδιο τον άνθρωπο.














