Κάλλας και Ζελένσκι ζητούν πόλεμο μέχρι τέλους! «Πίεση στη Ρωσία και κυρώσεις»
Στο δημόσιο διάλογο επανέρχεται συχνά πυκνά η φράση «να αλλάξει το Σύνταγμα». Άλλοτε ως πολιτικό σύνθημα, άλλοτε ως ανάγκη, άλλοτε ως υπόσχεση άμεσης θεσμικής αλλαγής. Όμως, στην πραγματικότητα η αναθεώρηση των συγκεκριμένων άρθρων του Ελληνικού Συντάγματος που επιτρέπεται να αναθεωρηθούν, δεν είναι ούτε εύκολη ούτε γρήγορη διαδικασία.
Είναι μια συνταγματικά αυστηρά ρυθμισμένη διαδικασία, με ενσωματωμένες ασφαλιστικές δικλίδες, που εκτείνεται χρονικά, και το σημαντικότερο είναι πως δεν εγγυάται ότι η αρχική πρόταση των άρθρων θα εγκριθούν για να αναθεωρηθούν. Η αναθεώρηση του Συντάγματος ρυθμίζεται από το άρθρο 110, το οποίο δεν αφήνει περιθώρια για συνταγματική ταχύτητα ή μονομερείς χειρισμούς.
Ο νομοθέτης του Συντάγματος επέλεξε συνειδητά μια διαδικασία διπλής κοινοβουλευτικής φάσης, με στόχο να διασφαλίζεται θεσμική σταθερότητα και διαχρονική πολιτική συναίνεση. Η πρώτη Βουλή: δεν αλλάζει το Σύνταγμα αλλά ανοίγει τη συζήτηση. Στο πρώτο στάδιο, την πρωτοβουλία αναλαμβάνουν τουλάχιστον 50 βουλευτές, οι οποίοι προτείνουν συγκεκριμένα άρθρα ως αναθεωρητέα. Η πρώτη Βουλή, η λεγόμενη προτεινόμενη βουλή, δεν τροποποιεί το Σύνταγμα. Αποφασίζει μόνο ποια άρθρα θα τεθούν σε διαδικασία αναθεώρησης. Η κρίση αυτή γίνεται με δύο ψηφοφορίες, οι οποίες απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον έναν μήνα, ενώ απαιτούνται αυξημένες πλειοψηφίες.
Το γεγονός αυτό από μόνο του, δείχνει ότι ακόμη και για να ξεκινήσει μια διαδικασία αναθεώρησης, χρειάζεται πολιτική σύγκλιση. Σε αυτή την πρώτη φάση ενδέχεται να απορριφθούν τα προτεινόμενα άρθρα από τις δύο ψηφοφορίες εφόσον δεν συγκεντρωθούν οι απαιτούμενες πλειοψηφίες. Η δεύτερη Βουλή: έχει τον τελικό λόγο και μπορεί να πει όχι. Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου σταδίου, μεσολαβούν εθνικές εκλογές. Η νέα Βουλή που προκύπτει είναι η Αναθεωρητική Βουλή. Αυτή είναι που αποφασίζει το τελικό περιεχόμενο των αλλαγών και αυτή έχει τον καταλυτικό ρόλο. Το κρίσιμο σημείο που συχνά υποτιμάται στο δημόσιο διάλογο είναι ότι, η Αναθεωρητική Βουλή δεν είναι υποχρεωμένη να εγκρίνει όλα όσα προέκρινε η πρώτη. Μπορεί να εγκρίνει ορισμένες αλλαγές, να απορρίψει άλλες ή, εφόσον δεν συγκεντρωθούν οι απαραίτητες πλειοψηφίες, να μην προχωρήσει σε καμία ουσιαστική τροποποίηση.
Έτσι, η αναθεώρηση παραμένει θεσμικά αμφίβολη ως προς το τελικό της αποτέλεσμα, ακόμη κι αν η διαδικασία έχει ήδη δρομολογηθεί. Με άλλα λόγια, η πρώτη Βουλή καθορίζει το πλαίσιο, αλλά η δεύτερη αποφασίζει την τύχη του περιεχομένου. Γιατί αυτό είναι συνειδητή επιλογή του Συντάγματος; Το Σύνταγμα δεν επιδιώκει να μεταβάλλεται συνεχώς και με ευκολία αντίθετα, έχει ως στόχο να επιβιώνει πολιτικών κύκλων και να διατηρεί συνεκτικότητα απέναντι σε στιγμιαίες πλειοψηφίες ή σε συγκυριακές κοινωνικές πιέσεις. Η απαίτηση συμμετοχής δύο Βουλών με εκλογές ενδιάμεσα, είναι η εγγύηση ότι ο λαός θα κληθεί να τοποθετηθεί έμμεσα, μέσω της εκλογικής διαδικασίας, για τη γενική κατεύθυνση της αναθεώρησης. Μπορεί να καταργηθεί άρθρο του Συντάγματος με δημοψήφισμα; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι. Το δημοψήφισμα προβλέπεται από το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος για συγκεκριμένες κατηγορίες ζητημάτων, αλλά όχι ως διαδικασία τροποποίησης ή κατάργησης συνταγματικών διατάξεων.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος γίνεται αποκλειστικά με τη διαδικασία του άρθρου 110. Συνεπώς, ακόμη κι αν πραγματοποιούνταν δημοψήφισμα με ερώτημα κατάργησης συνταγματικού άρθρου, δεν θα παρήγαγε έγκυρο συνταγματικό αποτέλεσμα. Η λαϊκή κυριαρχία είναι θεμελιώδης αρχή, αλλά στο δημοκρατικό κράτος δικαίου ασκείται με τους τρόπους που προβλέπει το ίδιο το Σύνταγμα. Η υπέρβαση της προβλεπόμενης διαδικασίας δεν συνιστά άσκηση λαϊκής κυριαρχίας, αλλά παραβίαση της συνταγματικής τάξης. Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μια διαδικασία ετών, με ενσωματωμένα φίλτρα και χωρίς βεβαιότητα τελικού αποτελέσματος. Ακριβώς επειδή πρόκειται για τον υπέρτατο κανόνα δικαίου, δεν μπορεί να αλλάζει κατά βούληση ούτε να υποκαθίσταται από δημοψηφισματικές διαδικασίες.
Η ύπαρξη αυστηρών προϋποθέσεων δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως εμπόδιο στη δημοκρατία αλλά ως η ίδια η δημοκρατία με θεσμική εγγύηση ότι το Σύνταγμα αλλάζει μόνο όταν υπάρχει πραγματική, διευρυμένη και διαχρονική συναίνεση, και αυτό είναι που το καθιστά σταθερό, αξιόπιστο και λειτουργικό ως βάση του πολιτεύματος.
Μαρία Παναγιώτου Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω.
















